19.2.09

Υδρορρόη

Έρχεται λένε πεθαίνοντας το μέλλον,
κι εγώ κινούμενη πάνω στη ράχη του παράλογου λυγίζω,
ανεμίζουν τα μαλλιά στον πόθο,
γαντζώνονται τα πόδια σε οπλές αγάπης και τρέχω.
Μα έφυγαν τα λιβάδια, και τα δέντρα τα αιώνια της ασφάλειας
και τρέχω στης πόλης τον όχλο.
Καλπάζουνε
κλαπ, κλαπ
τ’ ανείπωτα θέλω μου σε ματωμένη άσφαλτο ζωής που χάθηκε μυρίζουν τα ρουθούνια.
Δεν κλαίω. Δεν κλαίει η καρδιά, μόνο το μυαλό στάζει στην υδρορρόη,
εκείνη που κάποτε έφτιαξες να τρέχουν τα υγρά μου όνειρα να μην μουλιάζουν.
Έρχεται λένε πεθαίνοντας το μέλλον
κι εγώ δεν έφτασα στην αχερουσία λίμνη
πάνω της να περπατήσω το στοιχειό μου,
στον αντικατοπτρισμό της να δω την εικόνα μας
κι ύστερα να κόψω το νάρκισσο έρωτά μας.






Μετά την ανάγνωση του Έρχεται λένε πεθαίνοντας το 2000 και άνω Ζέφη Δαρράκη

5.2.09

Πόσο; Πολύ

Πόσο αγάπησα
εκείνο τον πάγο που με γλίστρησε.
Κάποτε χιόνι ήτανε λευκό
σκόρπιες νιφάδες στον αέρα
στη γη σαν έπεσαν
γίνανε σώμα συμπαγές.
Λευκό μ' ακίνητο.

Πόσο τον λάτρεψα
κείνο τον πάγο που με γλίστρησε.
Πάγος πριν γίνει
πάνω του έπαιζα, γλυκά τον πίστεψα
πλευρό, Θεό μέσ' την καρδιά μου.

Μικρό κομμάτι,
σαν κόκκος στης ψυχής την ανταρσία
πολύ με τρόμαξε μπροστά μου όταν το είδα.
Με πόνεσε, με τσάκισε, με πέθανε.
Με ξαναγέννησε

Αχ πόσο αγάπησα
κείνο τον πάγο που τη ζωή μου
ανάποδα τη γύρισε,
τυχαία ήρθε, πώς με ξεβόλεψε
κι όλα τα βλέπω πάλι
μια νέα ανεμοπορία.


28-1-2006

23.1.09

Παρωδία ο ήλιος



Τι θα γίνει μωρό μου κουράστηκα πια
Να ψάχνω νύχτες, καταιγίδες, ουρλιαχτά
Κι ένα έρημο απάγκιο που μόλις το βρω
Το ρουφάω με λύσσα να φύγω από δω
Η ζωή μια πίκρα με ζάχαρη overdose
να μου στέλνεις τη νύχτα αστέρια,
Παγάκια κάτω από απ’ το wild horse
Παρωδία ο ήλιος τυφλώνει το φως
Όσο τρέχω κοντά σου
Τα όνειρά μας, φωτιά, αέρας καπνός
Όσο μένω με μένα
Όσο μένω με μένα;
Είμαι εγώ και μετά είσαι εσύ
Και μετά δε σ’ αρέσει
Γιατί βλέπεις εσένα
Κι εγώ βλέπω εσένα
Και ψάχνω εμένα
Μα βαριέμαι και λέω
Τι ζωή είναι αυτή;
Φαί, πιζάμες, και ύπνο
Με μεζούρα το σεξ
Κι αν ο κόσμος πεθαίνει
Έλα μωρέ υπάρχουν ακτιβιστές
Τι θα γίνει μωρό μου; Που είν’ τα παγάκια;

Να μουδιάσουν οι αισθήσεις
Να μουδιάσουν όλα
Να βγουν απ’ την κατάψυξη
Κι ας γίνουν όλα νερό
Να το πίνω με δίψα να φεύγω από δω
Όχι πια εδώ.
Παρωδία ο ήλιος τυφλώνει το φως.




Ε ρε τι φέρνει ένα μπουκάλι κρασί κι ένα ξεχασμένο τραγούδι...

17.1.09

Ζωγραφίζοντας κουτσό με κάρβουνο


Το ξέρεις, δεν το ξέρεις;
Δεν είναι η συνταγή.
Είναι το χέρι.
Η κατσαρόλα, τα υλικά, η συσκευή.
Ένα κουταλάκι του γλυκού ή της σούπας για ένα λίτρο νερό.
Η σταθερή το νερό.
Το νερό που κυλά.
Κατάλαβες;

Κι όμως είναι η σταθερή γιατί ένα λίτρο είναι ένα λίτρο.
Το κουταλάκι του γλυκού όμως πώς να είναι η σταθερή που νομίζεις;
Δεν έχουν όλα το ίδιο μέγεθος.
Δε συμφώνησαν οι κατακευαστές.
Είδες που μετράει το μέγεθος τελικά κι όχι η ποσότητα υγρού;
Μα ναι. Εκεί μπαίνεις εσύ.
Το χέρι.
Μπορεί να σου κόψει μπορεί και όχι.
Να αναλογιστείς το ακριβές μέγεθος του κουταλιού που θα χρησιμοποιήσεις.
Τι νόμιζες;

Όχι ρε χαζό. Δε λέω πάλι βλακείες.
Ούτε τρέχει η γλώσσα μου από το ένα θέμα στο άλλο.

Πόσο θα κρατήσει δε με ρώτησες;
Για να σου πω πόσο πρέπει πρώτα να σου πω πώς.
Ε! Αυτό.
Δεν υπάρχει συνταγή.

Βάλε το χέρι σου να βάλω τη θερμοκρασία και θα δούμε.
Θα ψηθούμε ή θα γίνουμε κάρβουνο;
Α! Και μην ξεχάσεις! Άμα γίνει ο ένας απ' τους δυο κράτα το.
Το κάρβουνο λέω.
Να γράψεις ποιήματα.
Μπορεί να βγούνε σαν το κουτσό που ζωγραφίζαμε παλιά
και στα κενά του να χοροπηδάνε κερδίζοντας παιδιά.

Τα χαμένα το κάρβουνο θα πατάνε.
Ε! Άμα χάσεις μια φορά χαμένος συνεχίζεις.
Έντάξει;
Το 'πιασες;
Πέτα το τώρα.

Με περιμένουν τα παιδιά να παίξουμε κουτσό.

22-1-2008

29.12.08

Πάμε άλλη μια γύρα



Κοκκίνισαν και πάλι οι εμμονές μου
Ανάψανε τρελά λαμπάκια που αναβοσβήνουν
Μπροστά μου δε βλέπω τίποτα
Παρά μόνο σειρήνες σε σκοτάδια
Ο ήχος τους ματώνει τ’ αυτιά μου
Σιγά που θα έβαζα άλλα χρώματα στις μέρες μου
Κόκκινες και μαύρες όλες τους
Να βουτάνε χωρίς ανάσα στις στιγμές
Με τα πινέλα τους
Μουτζούρες. Αηδίες.
Ανακατέματα χωρίς σχήμα.
Έλλειψη συμβιβασμού ή ανικανότητα;
Ζωγραφίζεις τη ζωή σου και μπαίνεις μέσα
Ή την αφήνεις να σε ζωγραφίζει μόνη της
Έστω και ακατανόητα, άμορφα ή άσχημα.
Βαριέμαι.
Κι όποτε βαριέμαι οι εμμονές
Τρέχουν του σκοτωμού
Αφήνοντάς μου τη σκόνη τους
Για να θυμάμαι πως κάτι περίμενα
Που δεν ήρθε ποτέ
Που ήρθε αλλιώς
Που ήρθε αλλά ήμουν εγώ αλλιώς
Η ίδια βαρεμάρα
Η ίδια ανυπομονησία του τέλους
Να με φέρνει ένα βήμα μπροστά του
Κοιτάζοντάς με, με την ίδια έκπληξη
Στο είχα πει.
Αμετανόητη προπέτης του τέλους είμαι
Κι εσύ προβλέψιμο παιχνίδι αρχής.




Κάποτε θ΄αλλάξουν οι εποχές κι ο νέος χρόνος θα ξεπλύνει το αίμα...

2.12.08

Όλα

Γυρνάς σε ήχους, πρόσωπα, αγγίγματα
μεταβλητή η ύπαρξή σου
αλλάζει τις σταθερές
χάνεται η ομορφιά στην ανάγκη
της διαφάνειας;
χάνεται ο ρομαντισμός
στις στιγμές της απογύμνωσης;
πότε θα μάθω πού παίζω;
όταν η γλύκα γίνεται θλίψη
όταν η θλίψη γίνεται σκληράδα
όλα κλείνονται μέσα
κι εγώ ίσως να θέλω να κλειστώ
ανάμεσα στα χέρια που απλώνεις
στο σώμα που γέρνεις πάνω μου
κουμπώνοντας τις λέξεις στην παράνοια
μιας αιφνίδιας ταύτισης

25.11.08

Φτάνει

Μιλάς, μιλάς.
Κροταλίζεις τις απαιτήσεις σου.
Πλαταγίζεις το μίσος σου.
Μιλάς, μιλάς, μιλάς.
Η εικόνα σου εκτιμήθηκε... ψεύτικη...
Την πουλούσες ολούθε για αυθεντική.
Μιλάς, μιλάς...

Δε σ’ ακούω πια.
Παίρνεις το θλιμμένο μου βλέμμα και το κομματιάζεις.
Το μασάς.
Και το φτύνεις πάνω μου με το σάλιο σου καθώς μιλάς.
Και συνεχίζεις…
Ο οχετός των λέξεών σου δεν έχει τελειωμό.
Αντλία απ’ τον πυθμένα του εγώ σου.
Έλεος!
Φτάνει πια!

Σ’ αγαπούσα.

12.10.08

Το φλογισμένο κλάμα τ' ουρανού


Μα το οργισμένο βλέμμα τ’ ουρανού!
Κατακεραύνωσε τη γη στα πόδια μου
κι εγώ το έβλεπα στις ειδήσειςως ένα κοσμικό δελτίο.
Παρατράβηξε το αστείο.
Όσο αρνούμαι τις επικλήσεις
κατακερμάτισε τη γη στα σπλάχνα μου.
Μα το φλογισμένο κλάμα τ’ ουρανού!
Εδώ δεν έχει αύριο
εδώ φυτρώνει πάτριο
υβρίδιο μιας χρήσης
αλλότριο της φύσης.
Παρατράβηξε το αστείο.
Μα είναι αργά πια για δεήσεις.
Θα μένω γυναίκα άγονη
νιότη μου
καταδικασμένη γη θανατικού.

14.9.08

Στη σοφίτα

Εδώ. Ξαπλωμένη στη σοφίτα
Ανοίγω το παράθυρο ν’ αερίσω τη θλίψη και το θάνατο.
Ν’ ανακατευτεί με τις νεκρές φολίδες του δέρματός μου
που έχουν γεμίσει σκόνη το κρεβάτι.
Το αεράκι με τρυπά για να μ’ αναστήσει.
Αέρας θαλασσινός, φερμένος απ’ το Βορρά.
Η ανατριχίλα μου προκαλεί πόνο.
Φωνάζω τις ιερές αέρινες σταγόνες νερού κι αλμύρας να με λυτρώσουν
γλιστρώντας απ’ τα μάτια μου.
Μα τα βλέφαρα παραμένουν πεισματικά, νεκρίκια στεγνά.
Τι όμορφο να μπορούν να κυλούν τα μάτια σου!
Απλώνω το βλέμμα μου από το παραθυράκι
με μόνη θέα το φεγγάρι, τη θάλασσα κι ένα τεράστιο πεύκο.
Να υψώνεται απ’ τα βάθη της γης στον ουρανό.
Εκεί στέκει και ξεκουράζεται. Στην κορυφή.
Από τ’ ακουστικό σε συνεχή επανάληψη ο Ήλιος θεός με περιγελά.
«...Και χωρίς τα φτερά δε φοβάμαι...λευτεριά στους ανέμους ζητάω»
Από το ένα αυτί μόνο μη χάσω τον ήχο του κύματος, του αέρα, της γης.
Ξαφνικά νιώθω υγρή.
Καμιά σκέψη δεν προκαλεί το υγρό του έρωτα.
Το νιώθω σε όλο μου το κορμί.
Μα αυτή τη φορά δεν αναζητώ τη λύτρωση.
Ο ερωτισμός μου είναι βαθύς, απόλυτος κι ακραία μοναχικός.
Κανένα χέρι δεν τον οδηγεί.
Καμιά μορφή δεν τον εξουσιάζει.
Βγαίνει απ’ τα βάθη της μήτρας
Σπάει τα νερά του πλακούντα για να γεννηθεί.
Και το υγρό είναι αλμυρό.
Ποιος είπε πως μόνο τα μάτια δακρύζουν;

6.7.08

Ξεπορτίσματα

Μόνο ο πόνος της απώλειας, της έλλειψης
κυλάει στους νευρώνες μου.
Πώς να ποθήσω αυτό που δεν έζησα;
Πώς να αναζητήσω το φιλί
που δεν έχει λιώσει στο στόμα μου;
Δεν έμαθα να ζω με αναμονές.
Ούτε να περιμένω κάλεσμα
σ’ ένα τραπέζι έρωτα
με άγνωστο οικοδεσπότη.
Τι κι αν ξέρεις τον άνθρωπο.
Δεν ξέρεις το φύλο.
Πώς να δείξω το θηλυκό μέσα μου
όταν από μόνο του επιλέγει πού θα βγει;
Όταν βγει, βγαίνει ξεκάθαρα.
Δεν έμαθε να ζει με προσμονή.
Μόνο, να, καμιά φορά ξεχνάει να γυρίσει.
Από κει που δόθηκε με πάθος,
που άγγιξε, είδε, ένιωσε, έδωσε.
Από κει που το δέχτηκαν με πάθος,
το άγγιξαν, το είδαν, το ’νιωσαν, δόθηκαν…
Κι ύστερα τίποτα και τα πάντα.
Λάθη, μερίδια ευθυνών, αποδοχή
απομάκρυνση.
Η κοινή αποδοχή οδηγεί στην ταύτιση.
Και γίνονται ένα δυο άνθρωποι ελεύθεροι.
Δυο φύλ(λ)α ένα αρσενικό και ένα θηλυκό.
Τι κρίμα να σπανίζει τόσο η ομορφιά.
Να, καταλαβαίνεις γιατί δε μπορώ να σε νιώσω;
Πρώτα μιλάει το θηλυκό μέσα μου
κι ύστερα ξεπορτίζει το είναι μου.
Όταν αλητεύει πρώτα το είναι μου
ξέχνα το θηλυκό.
Τώρα θα μου πεις, εσύ πώς να το ξέρεις;
Εσύ λειτουργείς αλλιώς.
Πρώτα ανιχνεύεις το είναι
και μετά ζητάς το θηλυκό.
Μόνο που εγώ την ώρα που μιλώ ανιχνεύω ξεπορτίζοντας.
Κι όταν σου μίλησα το θηλυκό έμεινε πίσω.
Μπορείς να το αποκαλέσεις σνομπ. Ναι.
Που δεν εμφανίζεται.
Δε χρειάζεται επιβεβαίωση.
Έχει απολύτως επιλεκτική ανάγκη.
Και ξεροκέφαλο, ναι.
Που δεν αλλάζει γνώμη.
Αλλά όταν ανιχνεύεις το είναι μου
για να βρεις το κλειδί για το θηλυκό
δε θα γνωρίσεις τίποτα
παρά μόνο παραπλανητικές κρυψώνες.


24/5/2007

12.6.08

Προστασία διαλυμμένου φελού... κρασί ντε!!!

Τώρα πια που τα βράδια δε σου γράφω στο σκοτάδι
με τα δάχτυλα βδέλλες πάνω στο πληκτρολόγιο
να στάζουν γυναικείες μυρωδιές
σχηματίζοντας κρυστάλλους αρσενικού σχήματος…
Στον παλμό σου να δονούνται υγρά πανιά
ξέχειλες τέμπερες
ξέχειλες λέξεις
σε ποιον να ψιθυρίσω;
Για ποιον υγρά να ζωγραφίσω;
Με σχήματα ρευστά κι όχι ξεραμένους λεκέδες
στο παλτό μου, στην καρέκλα, στο, στο…
Τώρα που τα βράδια δε σου γράφω στο σκοτάδι
αφήνω το στυλό να γλιστράει κάτω απ’ τη φλόγα
του κεριού στο σεκρετέρ
Αυτή η μόνιμη φλόγα που φεγγίζει
στα κλειστά μου παραθυρόφυλλα
διαπερνάει τις κουρτίνες… δε βγαίνει πια κόκκινη.
Χάλκινη ξετρυπώνει
καλογυαλισμένη σωλήνα εξαγωγής
υδρατμών, υγροποιημένων αερίων.

Δε σου είπα.
Διαβάζω ποίηση.
Παράξενο, ε;
Μ’ ένα κρασί φίλτρου
προστασία διαλυμένου φελλού.
Πού ήσουν εσύ;
Στο ψυγείο μου τα Χριστούγεννα κόλλησα καινούριο μαγνητάκι…
«δεν υπάρχει καλύτερος φίλος από έναν καλό φίλο με σοκολατάκια»…
-ή κάπως έτσι, βαριέμαι να πεταχτώ στην κουζίνα-
Τρούφες παρακαλώ…
ήθελα να σου πω πως τις προτιμώ από κείνα με γεύση μέντας.
Δε σου είπα πως… τελικά άλλος τις έφερε…
Γιατί δε στο ’δωσα.
Σε είδα, μα δε στο ’δωσα κι ούτε στο είπα ποτέ.
Σου είπα μα δεν είδες
το γέλιο μου στραπατσαρισμένο να βγαίνει
κόλλα χαρτί ατσαλάκωτο απ’ την πρέσα
-αχ μη γελάς, εκεί το ’βαλα-
και το βλέμμα μου…
χείμαρρος.
Ιππεύει φραγμούς
ξερνάει αφρο νόητα
καταπίνει σπασμολυτικά δυσνόητα
και χάνεται…
χάνεται σ’ αστροθαλάσσιους κυκλώνες…
Θα το δεις προτού ζαλιστεί και ξαναπέσει νεκρό;

18/4/2207




Κέρινα τα δάκρυα στα μάτια
παγωμένα
να μιλήσουν δεν μπορούν
κι οι θύμησες σαν κρύσταλλοι...



Αφιερωμένο όπως και τότε στην justawoman
στους φίλους, τις κακές συνήθειες και τις αναμνήσεις... αυτές τις μικρές που φέρνουν άρρηκτους συνειρμούς κι από σκέψεις και εικόνες γίνονται ζωή!

30.5.08

Η σκάρα




"Πλησίασαν τα όρνια, μυρίστηκαν κουφάρι".


Είδα τη σκάρα ν’ αφήνεται ελεύθερη ξανά
Δεν προνόησε η φύση χώματα
το θάνατο για να σκεπάζει.
Τροφή τον έδωσε
για λεύτερα πουλιά.

25.5.08

Θανατηφόρα καμπύλη



Ο πόνος μας θρέφεται απ’ τις ενοχές
ψημένος αντικριστά σαν ζώο στη φωτιά γδαρμένο.
Άλλοι το τρώνε καυτό
κομματάκι – κομματάκι το κόβουν με μαχαίρι όσο ψήνεται,
άλλοι περιμένουν να κρυώσει
γιατί τους καίει τόσο πολύ που δεν τ’ αντέχουν
κι αυτή η αναμονή θεριό που μεγαλώνει στο κοίταγμα
κι όλο τρέμουν
κι όλο σαπίζει
τόσο που ένα επιδερμικό άγγιγμα τους μολύνει
όλο αγριεύει τα χέρια
παραμορφώνει την όραση.
Αχ πώς!
Πώς να ημερέψουν στη σιωπή;
Τα δάκρυά σου αφήνονται σε καταρράκτες
κινήσεις αμετάκλητες.
Δεν έχει σημασία ποιος σε σπρώχνει σ’ εκείνη
τη θανατηφόρα καμπύλη
παρά μόνο ποιον θα μπορούσες να αγκαλιάσεις με το σώμα σου
την ορμή του να μειώσεις.
Μα πώς;
Σε στιγμές κινδύνου που πρώτη φορά κανείς ζει
το δικό του σώμα αγκαλιάζει να προστατευτεί.
Ένα παιδί δεν ξέρει.
Κι όταν μεγαλώνει κομματιάζεται
σε "θα"
που γίνονται θάνατοι.

25.4.08

Μια πέτρα σε ανηφόρα

Σαν να συντονίστηκα απόψε
κι ό,τι ακούω με κυλά
σαν πέτρα σε ανηφόρα
με κόπο σαν εκατόχρονη γριά
Σαν όλοι να ξέρανε τι έζησα
τι ένιωσα
το χειμώνα που ο Χάρος
παίρνει το δρεπάνι και θερίζει
καρπούς που καλοκαίρια σπείρει
σαν όλοι να ξέρανε και το τραγούδησαν
το πήραν από μένα
δεν κυλά η πέτρα στην ανηφόρα
ποιος άλλαξε τη φύση
πώς να μείνω πια εδώ
Λάθος, όλα λάθος
μου καίνε το στόμα
κι ένα δρεπάνι που δεν κόβει
τα σιτεμένα
μα ορέγεται τ’ άγουρα
σ’ έναν κόσμο που πια δεν μεγαλώνει
Λάθος, όλα λάθος
σε μια εξίσωση που δεν το βρίσκω
κι όλο λέω δε με νοιάζει
που βρωμάει το στόμα μου
κι η ανάσα μου μολύνει
σκόνη, βροχή και λέξεις.
Πόρτες ανοίγω
τις κλείνει ο αέρας
απότομα και με τρομάζει
τούτος ο αέρας
δέντρα ξεριζώνει
κι όλο λέω δε με νοιάζει
που ό,τι έχει ζωή νεκρώνει.



Καλή μας Ανάσταση

3.4.08

Κλωτσομπατσάκια και κυρίλα

Τι ψάχνεις τώρα…
Τ’ απογεύματα κατεβαίνω κυριλάτη στην πλατεία.
Χαμηλοκάβαλο παντελόνι,
μπότα στιλέτο…
Κι ας χαλάω την εικόνα με μια μπίρα στο χέρι
απ’ το περίπτερο κι ένα στριφτό στο άλλο.
Μ’ απορρίπτουν τ’ αλητάκια της πλατείας.
Δε μ’ αναγνωρίζουν…
Τα βράδια όμως ντυμένη στα ξεβαμμένα μαύρα
φορώντας αρβυλάκια
τριγυρίζοντας ύποπτα κρατώντας τσίλιες
Κι ύστερα αμέριμνα …πάνω στην τσάντα με τους λοστούς
Χωρίς ταυτότητα.
Πάμε μια βόλτα απ’ το τμήμα.
Εξακρίβωση στοιχείων
Ναι εγώ είμαι…
Το πρωί σου ασκώ πίεση
αλλοδαπούς να προστατέψω απ΄τον ξυλοδαρμό
Δε μ’ αναγνωρίζεις…
Ναι ρε φίλε, το βράδυ τριγυρνώ με τα πρεζάκια
κάτι αλητάκια πιτσιρίκια ψυχούλες
αναμεσίς στις συμμορίες
-τ’ άλλα
με τα μαλλιά καρφί και κολαριστά ρούχα
και μπαρμπάδες μπάτσους-.
Τι ψάχνεις τώρα.
Τα μέσα μου στραπατσαρισμένα
απλώθηκαν στη μούρη μου.
Κάτι πρωινά τα παιδιά με φωνάζουνε κυρία,
κάτι άλλα ταράζω συνειδήσεις απ’ το μικρόφωνο
πετώντας νούμερα κι ιστορίες ματωμένες…
Ναι ρε. Εγώ ήμουν που διέλυσα τη ζωή μου
για να κερδίσεις ένα κωλόχαρτο παραμονής.
Που ’στελνα έγγραφα διαμαρτυρίας
τα δικαιώματά σου να διαφυλάξω.
Τώρα που την ξαναμαζεύω εσύ καταπατείς τα δικά μου.
Τι πουτάνα που ναι η ζωή…
Όχι ρε κουφάλα.
Δεν έμαθα ποτέ να κοιτώ με χαμηλωμένα μάτια
Ούτε να κάνω ότι δουλεύω όταν δεν έχει δουλειά
Ούτε να δείχνω γενικώς…
Κάνω… όλα φανερά. Όχι κρυφά.
Ναι; Δε σ’ αρέσει η γλώσσα μου;
Δεν πειράζει.
Εγώ προτιμώ να χω καθαρή τη γλώσσα της ψυχής
για να μπορεί να χτυπά η καρδιά της συνείδησης.
Κι ας κουράζομαι.
Να παλαντζάρω στ’ άκρα μου…
Μέσα στην ίδια μέρα, κάθε μέρα.
Το πρωί κλωτσομπατσάκι γραμματέας
Τ’ απόγευμα κυρίλλα ιδιαιτέρα
για το φαίνεσθε του life style
Λούζομαι όλα τα στυλ.
Στα ενδιάμεσα μέλος επιστημονικών επιτροπών…
γνώστης ιδιότυπων εχθρών…
Τ’ απόγευμα εργάτρια παραγωγής..
Το ξημέρωμα εγώ γυμνή
χωρίς ταυτότητα
και πάμε απ’ την αρχή.
Ναι. Σε πολλά άκρα βρίσκομαι.
Ποτέ δεν απέκτησα στάμπα προέλευσης.
κι ας με περνάνε συχνά από έλεγχο.
Για να με χαρακτηρίσετε θα πρέπει
να με γεμίσετε σφραγίδες,
ημερομηνίες σφαγής, ημερομηνίες λήξης.
Όχι ρε πούστηδες.
Δε χωράνε όλες στο κορμί μου.



16/4/2007