14.3.08

Μετατοπίσεις


Ξέρεις, είπες
κι έπιασες τις ακτίδες του ήλιου κάνοντας γύρω γύρω όλοι
εκσφδονίζοντάς τον σ’ άλλο γαλαξία.
Κι εγώ προσφέρω χοές και τάματα χίλια
να ξαναγυρίσει έστω και στραπατσαρισμένος.
Σε βλέπω, σκέφτηκες
και μετατόπισες το άστρο μου
να μη βγαίνει πρώτο κάθε αυγή
να μη σβήνει τελευταίο κάθε βράδυ
κι αφού έστειλες τον ήλιο
παρέταξες μπροστά του σύννεφα χίλια
διατάζοντάς τα να μετακινούνται μόνο μεταξύ τους.
Κι έλιωσα τ’ αστέρι μου
και στερέωσα την άκρη του στο χέρι μου
κι έκαμα γέφυρα να περνώ.
Σε διαόλισε η ύβρις
εσένα που την απάθεια τη δίδαξες καλά
σ’ όλο το σύμπαν αιώνες τώρα
δίνοντας μόνο συντεταγμένες υπολογισμένης αντίδρασης
και φύσηξες τέτοιο αέρα μανιασμένο
που ούτε ο Δίας στην εποχή του δε μπορούσε να διατάξει.
Ξεριζώθηκαν όλα
σκόρπισαν όλα
μετακινήθηκαν όλα
μιικρά και μεγάλα.
Κι ούτε ένα θρηνοπούλι δε λαλεί για την καταστροφή.
Ούτε μια μάνα δε μοιρολογά τραγουδώντας
πνίγοντας τα δάκρυά της
μόνο απόμεινε να στενάζει στον ύπνο της τα βράδια.
Ξέχασες πως το’ χα πει
ανεμόσκονης ύλη είμαι
και διέταξα να ξαναγίνω
κι έζησα
Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε.
Στα μόριά μου γραμμένα όσα έζησα
όσα ξέχασα κι όσα θα ζήσω
μια καμιά λέξη, ούτε συναίσθημα, ούτε εικόνα
μπορεί να τα μεταδώσει
κι έτσι τα κατάφερες.
Στη μοναξιά μου κλαίω
και ξεχύνονται ποταμοί
να ξαναγράψουν την ιστορία μου
που τα όνειρα μου τη στερούνται πια τα βράδια.

20.2.08

Πες μου αν έρχεσαι







Είναι που θέλω όλο το αύριο να κλείσω
σε μια στιγμή που δεν την έζησα ποτέ.
Βαθύ σκοτάδι με τυλίγει και με δίνει
σε μια αγκαλιά που χέρια δεν απλώνει.
Είμαι ένα κλάμα που κανείς δεν του γελάει.


Πες μου αν έρχεσαι.

Είναι που θέλω όλη τη θάλασσα ν' αντλήσω
και τα ταξίδια της ψυχής μας να αρχίσω.
Πες μου αν έρχεσαι.
Είμαι γιατί που δεν το ρώτησες στα χρόνια,
είμ' η απάντηση που σβήνουνε τα χνάρια της τα χιόνια.
Πες μου αν έρχεσαι.

Είναι η νύχτα που κάθε βράδυ μου μιλάει
σαν ένας ψίθυρος αρχέγονος και μέσα μου ζητάει
να σ΄αγαπήσω όσο το φως που κάθε μέρα συναντάει.
Πες μου αν έρχεσαι.

Είμαι μαχαίρι κοφτερό που σκίζει αυτό τον κόσμο*
σ' άλλο παράλληλο σε ψάχνει και ματώνει
σε κάθε φέτα που ανοίγει κι έχεις φύγει
σ' άλλο πιο κάτω μα το σύμπαν δεν τελειώνει.
Πες μου αν έρχεσαι.

Είσαι κορμός χιλιόχρονος που κόπηκε στη μέση
απ΄το τσεκούρι μιας αλήθειας που δε φτάνει
και μας πλακώνει.
Είσαι μια λέξη που δεν έχει μεταφράσει άλλος κανείς
ανέγγιχτη και πρόστυχη στο στόμα της ψυχής.

Πες μου αν έρχεσαι
ο χρόνος μου τελειώνει.
Νιώθω απόψε κρασί που θα μεθύσει
όλα τα όχι σου με ναι να τα ποτίσει.
Ανάθεμά σε
πες μου αν έρχεσαι
να μείνω εδώ και να με βρεις.


Πες μου πως έρχεσαι.



* το μαχαίρι που κόβει παράλληλους κόσμους
είναι ιδέα που καταγράφτηκε στην τριλογία
του
Φίλιπ Πούλμαν "Το αστέρι
του Βορρά" , «Το κεχριμπαρένιο Τηλεσκόπιο» και ο
«Ο άρχοντας των δύο κόσμων».

1-4-2006




Μελοποίηση TASSO

15.2.08

Ένα τικ εισπνοής


Όχι.
Δεν είναι απαισιοδοξία η γνώση.
Καλά ας δεχτώ «η πρόγνωση».
Τα σημάδια είναι τόσο ορατά
όσο ένα μαύρο πουλί που πετάει τόσο χαμηλά
που μπορείς να δεις ακόμα και το βλέμμα του.
Οιωνός;
Όχι. Δεν είμαι μάντισσα.
Δεν κατέχω το χάρισμα ιέρειας.
Όχι. Μια ρομαντική, αθώα κι αθεράπευτα πραγματίστρια είμαι.
Βλέπω τα σημάδια κι ερμηνεύω τα γεγονότα.
Τα κεκαλυμμένα γεγονότα.
Μπορείς να τα ονομάσεις και παραποιημένα.
Η ερμηνεία δεν είναι τίποτα άλλο από έναν απλό συνδυασμό.
Σκέψης δικής σου, της πληροφορίας και της ανταλλαγής της.
Όχι, ούτε φιλόσοφος είμαι. Ούτε αναλύτρια.
Δεν έχω χρόνο να εντρυφήσω σε πηγές.
Επιφανειακά τ’ αγγίζω όλα καλή μου. Επιφανειακά.
Μη διαμαρτύρεσαι.
Δε χρειάζεται εγώ να φτάσω μέσα στα γεγονότα.
Τα γεγονότα είναι μέσα μου.

Κι η πίστη στην ερμηνεία δεν είναι παρά ένα τικ.
Σαν ένα τικ δίπλα σε μια λίστα εκκρεμοτήτων διαίσθησης..

Τσακ! ν
Πάει κι αυτό.
Έγινε.

Έχω το χάρισμα; Όχι. Ούτε αυτό είναι.

Όταν το είχα το έχασα.
Κάπου θα το ξέχασα αλλά δε μπόρεσα ποτέ να θυμηθώ πού.
-να, είδες που αυτό δε σε εκπλήσσει;-
Κι ας έψαξα πολύ.
Απόκαμα κι έγειρα στ’ απομεινάρια της θύμησης.
Η μυρωδιά μονάχα έμεινε στα ρουθούνια μου.
Με πλημμυρίζει προκαλώντας μου ειρωνικούς μορφασμούς.
Κι ένα τικ εισπνοής.
Κι όσο μ’ αρέσει η σκοτεινά
έχω αυτόν τον αναθεματισμένο ήλιο από πάνω μου
να με ζαρώνει μισοκλείνοντας τα μάτια μου.

Η άρνηση μου πρόσθεσε άλλο ένα τικ.

Όμως, εντάξει. Το παραδέχομαι.
Με κλειστά μάτια βλέπω καλύτερα.
Ναι. Είδες τι ειρωνεία;
Επιλέγω το σκοτάδι και με βρίσκει το φως.




Αφιερωμένο στη Μαργαρίτα που με γεμίζει φως

27.1.08

Πες μου ξανά τι πέρασες



Πες μου ξανά τι ένιωσες,
το ξέρουνε τα κύτταρά μου.
Πες μου λοιπόν πως ένιωσες
θέλω λίγο ακόμα
ν’ ακούσω τα λόγια σου
να καταλάβω τις λέξεις σου
απ’ τις δικές μoυ να τις ξεχωρίσω.

Πες μου ξανά τι πέρασες.
Ποια έννοια σου μεταλλάσσει το κορμί
ποιος λογισμός σου κρύβει θάνατο
ποιος παραλογισμός σου κλέβει τη χαρά
ποιος πόνος σε σπρώχνει στο μπαλκόνι
να αιωρείσαι στο κιγκλίδωμα
με σώμα ελαφρύ
και το μυαλό σου τόνος.
Κι ο φόβος άυλος σε σώνει
τη στιγμή που σε διαχέει
σε γεμίζει και σε σπρώχνει
ένα βήμα πίσω.


Ένα βήμα πίσω.
Μα η ζωή ακόμα πνιχτή
σαν υγρασία που σε μουχλιάζει.
Και δεν αναπνέεις.

Τίποτα δεν έχει σημασία πια
Ώσπου να ρθει το δεύτερο βήμα.
Προς τα πίσω κι αυτό,
με την πλάτη γυρισμένη στο παρόν
ξέρεις πως η βουτιά που δεν έκανες
δε σε γλιτώνει
μα σε πεισμώνει
ένα όνειρο πεθαμένο ν’ αναστήσεις.

Δεν το ήξερες;
Τα πεθαμένα όνειρα πίσω μας πάνε κι αυτά.
Ζωντανούς μας βάζουν στο μνήμα τους
να τα θυμιάζουμε ασταμάτητα.
Κι αυτή η μυρωδιά
νεκροφάνειας
ποτίζει τον ιδρώτα σου
και θέλει χρόνια να αποβληθεί.
Πόσα χρόνια Θε μου χαμένα.


Ο θάνατος με βία πρέπει να ‘ρθει
αλλιώς μας στέλνει μπίλιες.
Εμείς νομίζουμε πως παίζουμε
κι αυτός απλά χαμογελά σκανταλιάρικα.
Εκείνος ξέρει να περιμένει
αφήνοντάς σε να νομίζεις πως κερδίζεις
καθώς τις στέλνεις να κυλήσουν
και να σπρώξουν τις άλλες.
Τίποτα χωρίς κόπο δεν κερδίζεται
μα τίποτα με κόπο δεν ζει.


Πες μου ξανά.
Αυτό δεν πέρασες;

18.1.08

Ενδοεπικοινωνία


«Κουράστηκα» λέω και βγάζουν τα γράμματα
μαστίγιου ήχους στριγκούς.
Δε φοβάμαι πια ούτε το ματοτσίνορο τ’ ουρανού
κι ας στέκομαι μπροστά στην κόρη του
εποφθαλμιώντας στην υγρασία της να στάξω τ’ αμπέχονο της γης.
Λατρεμένο μου πνεύμα οξύ, μολύβι ακονισμένο σε θαυμάζω.
Μα η απορία μου απλώνεται πιο πέρα απ’ το ηλιακό μας σύστημα,
εκείνο που φωτίζεις.
Γιατί το μαγαρίζεις;
Οργή, χολή κακία κι ειρωνείες το σύμπλεγμα της ματαιότητάς σου.
Δε με φοβίζεις.
Ούτε απορώ πια πως γίνεται ν’ αντιλαμβάνομαι αυτά που δεν κατανοώ
με τέτοια ορμή που με κάνει μεγαλύτερη.
Γεμίζω την καλοσύνη και σε μικραίνω
ώσπου σ’ εξαφανίζω σαν τα ρυπαρά ρυάκια που χύνονται στον ωκεανό.
«Κουράστηκα» λέω και τρώω μια σοκολάτα.


Αργά τη λιώνω στο στόμα μου γελώντας με τις φροϋδικές αναλύσεις.
Η καρδιά μου είναι σαν τη μήτρα μου.
Γύρω της επιδίδονται σ΄ αγώνα ταχύτητας τα ρωμαλέα σπερματοζωάρια
μα κανένα δεν αφήνω να κερδίσει αν δεν έχει την καλύτερη πάστα.
Σ’ αυτό το σαρανταοχτάωρο ζωής βρίσκουν το θάνατο
κι εγώ δεν έχω τύψεις.
Κανένας νόμος φθίνουσας απόδοσης δε με ορίζει.
Το πεπτικό μου σύστημα μάτωσε
όσο προσπαθούσα να το ταΐσω μολυσμένες τροφές.
Γέμισε εφτά φλεγμονές που με προστατεύουν
κάνοντάς με ακόμα πιο επιλεκτική.
Μηχανικοί τρόποι αναισθησίας αναποτελεσματικοί
μ’ αφήνουν στον πόνο μου να βλέπω τις αιμορραγίες
Αντιστέκομαι κι ας πονάω.
Το φυσικό μου σύστημα ενδοεπικοινωνίας με τη νόησή μου
είναι σε πλήρη αρμονία
όσο κι αν προσπαθείς να το ρυπάνεις διαταράσσοντάς το.
Είδες που νόμισες πως έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση;
Δεν έχω.
Έχω ισχυρό φίλτρο προστασίας στη χολή που ξερνάς
και γίνομαι αόρατη στον τρόπο που κοιτάς.
Κι οι ουρανοί είναι μαζί μου δείχνοντάς μου το δρόμο
για τη γόμα της ύβρης.

17.12.07

Ανέλπιδα παρόντα

Τώρα δα σε σκεφτόμουν.
Όχι μόνο γιατί ναι Μάρτης.
Κάθε Μάρτη σε πενθώ κι εσένα.
Εκεί κοντά στην ισημερία
χάνεται η δική μου συμμετρία
κι απλώνεται βουβό σκοτάδι
που καταπίνει τις μνήμες των λυγμών.
Εκεί μιλώ με τις απώλειες.
Μόνιμες απώλειες μάτια μου
Χάσκουν κάτω απ’ το δέρμα τα κενά τους.
Όχι, δε μπορώ να βάλω λάσπη
ούτε πανιά να τις καλύψω.
Ανοιχτές τις αφήνω να αναπνέουν
τις μυρωδιές που μ’ αφήσανε.

Τώρα δα που σε σκεφτόμουν
ένιωσα πως τα κενά κλείνουν και με μυρωδιές.
Και μερικά απολεσθέντα - δηλωμένα ή αδήλωτα -
επανέρχονται στον ιδιοκτήτη ακριβώς τη στιγμή
που στερεύει η ελπίδα.
Τ’ ανέλπιδα σαν να περιμένουν.
Τ’ απροετοίμαστα και τ’ άξαφνα.

Τώρα δα που ζωγράφιζα τις μνήμες μου
στο χαρτί για λόγου συνοδεία δια-δικτυακή…
Την ώρα εκείνη που κόπασαν οι λυγμοί…
ένιωσα την αλλαγή.
Στο άπλωμα του χεριού σου.

Ύστερα ήρθες κι εσύ.
Ξαφνικά… γι’ άλλη μια φορά.
Μην ανησυχείς.
Δε θα συμπληρώσω ξανά δελτίο απολεσθέντος.
Είσαι μόνιμα παρών και μόνιμα χαμένος.
Αγαπιόμαστε μάτια μου.
Η ζωή μας μια μόνιμη παρουσία σημείωσης της απουσίας.
Κι όμως… δίνεις τη ζωή σου. Για μένα.

Μη μου θλίβεσαι μάτια μου.
Την επόμενη φορά που άθελά μας
ο συμπαντικός μάγος θα μας φέρει κοντά
θα ‘ναι καλύτερα…
Μάθαμε ν’ αγαπιόμαστε.

Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να το μάθουν
δυο άκρα;
Δυο πόλοι ανεστραμμένοι είμαστε ψυχή μου.
Εκείνο που μας ενώνει είναι μια νοητή γραμμή
υποχθόνια πλεγμένη.
Σου μίλησα ποτέ για τη ζωή κάτω απ’ τη γη;
Πανέμορφη είναι.
Οι χθόνιοι τη φοβούνται.
Εγώ την αγαπώ, εσύ τη νιώθεις.
Όταν την αναγνωρίσεις…
ένα απουσιολόγιο θα τυλιχτεί στις φλόγες.
Παρανάλωμα στη ματιά σου.
Στο υπόσχομαι.
Μόνο αέρα και μυρωδιές θα κουβαλώ στη δική μου…
Αέρινη θα ’μαι.


Μάρτης 2007

2.11.07

Τ' αη Γιωργιού

Αύριο δε θα 'σαι κει.
Απ' το πρωί θα βράζει το καζάνι
κρασί θα πίνουμε από την εκκλησιά
έθιμο παλιό που το 'χαν ξεχασμένο τότε που ζούσες.
Δική μας η γιορτή τ' Αη Γιωργιού
προστάτης του χωριού μας
άρτο και κρασί
τραγούδια και χορό
θα τρατάρομεσε κάθε σπίτι που γιορτάζει.

Το 'πε κι ο θειος μου.
Σ' ονειρεύτηκε λέει πως έρχεσαι
μα το σπίτι είναι κλειστό.
Χρόνια τώρα. Μ' αύριο θα 'μαι εγώ εκεί.
Για πρώτη φορά ύστερα από δέκα χρόνια.
Το σπίτι δε θα ξανακλείσει πια.
Κρασί θα πιω στο όνομά σου
κι ύστερα θα ΄ρθω στην Κερά να σε κεράσω
μαζί με στάλες δάκρυα κι ένα τραγούδι που 'γραψα για σένα.

Το ξέρω πως περίμενες να πιούμε ξανά μαζί.
Αύριο θα 'μαι εκεί.

8.10.07

Το σκίσιμο της πέτσας

Τόσα δάκρυα κι ούτε μια στάλα αίμα δεν έσταξε.
Παίρνει το χέρι μου και μπήγει τα νύχια μου στο δέρμα.
Βλέπω τη σταγόνα να κυλάει, σκύβω να τη μυρίσω.
Με κοιτάζει παραξενεμένος που σκύβω
ενώ θα μπορούσα να φέρω το χέρι μου στη μύτη.
Με κίνηση αργή
αλλά αμετάκλητη
σαν το σιγανό πέρασμα της μέρας
μέσα από το λυκόφως στη νύχτα
φέρνω το χέρι μου στο στόμα
και γεύομαι τη σταγόνα
κοιτώντας τον ίσια στα μάτια
με μια απάθεια που τον εξοργίζει.
-ενώ ένας ανεμοστρόβιλος μέσα μου
εγκλωβίζει στη δίνη του και καταστρέφει
συναισθήματα και σκέψεις
φτάνοντας ως τη γη της ασυνείδητης παρανόησης-

Ο ανεμοστρόβιλος μετακινείται
Το ματωμένο σάλιο καθώς περνάει το λάρυγγα
αφήνει μια εκκωφαντική βουή
καταστρέφοντας τα τύμπανα της ασύμφωνης μπάντας.
Αγάπη λεγόταν νομίζω
Και είχε σπάσει ρεκόρ πωλήσεων στο άκουσμά της.
Περίμενε το χειροκρότημα
Καθώς μια λάμψη στα μάτια μου φανέρωσε μια στάλα
εσωτερικής κίνησης.
Απομακρύνθηκα από τη σκηνή
προτού ο ανεμοστρόβιλος ξεράσει από το στόμα μου.
Κι εκείνος ακόμα πιο οργισμένος
έσπασε την κιθάρα του στην αποθέωση
της μοναδικής πλέον ακροάτριας…
Δεν κοντοστάθηκα.
Δεν άκουσα μα ένιωσα.
Το συριγμό του θυμού καθώς έψαχνε νέα κιθάρα.
Δεν ήξερε πως τις είχε σπάσει όλες;
Τούτη η τελευταία ήταν η δική μου.
Η ακροάτρια να ήξερε πως έπαιζε με άλλη κιθάρα;
Μα την ώρα του θανάτου τι σημασία έχει.

Μπήκα στο τούνελ κι έφυγα τραγουδώντας
«η γέννηση κι ο θάνατος μίας αγάπης δρόμος
ενώθηκαν και χώρισαν τι μένει στους ανθρώπους;»

4.10.07

Φραγή

Την αναζητώ.
Όσο την αναζητώ τόσο απομακρύνομαι από κείνη.
Εκείνη ζητά να με πλησιάσει.
Το νιώθω.
Δεν τη βλέπω μα το νιώθω.
Νιώθω τη θλίψη της να θροΐζει στ' αυτιά μου.
Τη δύναμή της να διαπερνά τους πόρους μου.
Κι αναρωτιέμαι πού βρήκα αυτή την εφαρμογή.
Φραγή κλήσης της ψυχής μου.

Ξέρω από πού με καλεί.
Από πατημένα μονοπάτια φαραγγιών
στριμωγμένα από βράχους και ποτάμια
φεγγαρολουσμένα.
Από συριγμούς ανέμων που διαπερνούν
φυλλώματα απαλών στεναγμών.
Από κείνο το πλατάνι δίπλα στο ποταμάκι
και το μύλο, τότε που όλα ήταν αγνά


και μόνο το κριθάρι γινόταν λιώμα
στο γύρισμα του μύλου.

Τώρα κι εκεί ερημιά.
Καμιά φωνή δεν αγκαλιάζει τα φύλλα.
Κανένα όνειρο δεν αγκαλιάζει τον κορμό.
Και δίπλα ο μύλος αλέθει τη ζωή μου.
Τα απομεινάρια της κυλούν στο ποταμάκι,
λιγόστεψε πια κι αυτό.

Αδύναμη η φωνή που με καλεί.
Φραγή, φραγή...
Δε χωράς πια ψυχή στη ζωή μου.

Την ακούω να με καλεί.
Κλείνω τ' αυτιά μου, όχι, όχι!

Μα μια ριπή του ανέμου πρόλαβε
να με χαϊδέψει.


Λυπημένα μου σφυρίζει...
με πρόδωσες.


με πρό δωσες.

Αφιερωμένο στον Keada που με ώθησε στην απεικονιστική ποίηση...


προτού πατήσετε το play για να δείτε το βίντεο

πηγαίνετε πρώτα στο I love these songs και σταματήστε τη μουσική.

3.10.07

Κάποτε σταματούνε οι φωνές


Κάποτε σταματούνε οι φωνές.
Μανταλοκλειδώνουνε τα υστερικά περάσματα
από τις χορδές.
Καμπανιστός ο ήχος του ατσάλινου ρόπτρου τους
όσο απελπισμένα κι αν χτυπά
με βεβιασμένες κινήσεις
άγριες
απελπισμένου ζώου
κανείς το μάνταλο δεν αγγίζει.
Ακούς με φόβο μα δεν ανοίγεις.
Νιώθεις το θυμό του μα δεν ζαρώνεις.
Έτσι σταματούνε οι φωνές.
Τις κλειδώνεις από μέσα ώσπου να εξαντληθούν.
Ο απόηχος του ρόγχου
όχι του επιθανάτιου, όχι,
της γέννησης σαλεύει και σταματά.
Αιώνια μωρό που δε μιλά
ουρλιάζει μόνο.


Μην απασφαλίσεις το μάνταλο.
Μη δροσίσεις τις χορδές.
Μόνο έρημους κόκκους άμμου
που σχηματίζουν θύελλα κέρασέ τες.
Άμμο
Θύελλα
Δίψα.
Διψασμένη αμμοθύελλα σε καταπίνει.



Αφιερωμένο στον anthrakoryxo

Πού πάει η αγάπη όταν φεύγει;


Ποιος,
ποιος μπορεί
να μου πει
πού πάει η αγάπη
όταν φεύγει;

11.9.07

Ε, όχι μαζόχα και με τίτλο

Σώμα μου
Σταμάτα να μου μιλάς.
Το ξέρω το δίκιο σου.
Τόσα χρόνια σε τιμωρώ
για εγκλήματα που δεν έκανες ποτέ.
Ανυπεράσπιστο σ’ άφησα
σε μυτερά παπούτσια που μπήχτηκαν
στις πληγές σου
σε δάχτυλα μέγγενη που ’σφιξαν το λαιμό σου
-ναι, το ξερα πως ποθούσαν το χαμό σου-
σ’ έδωσα βορά σε καταχρήσεις
σ’ άφηνα με μάτια ανοιχτά
ώρες που ’πρεπε να ναι σφαλισμένα
κλοτσηδόν σ’ έσπρωχνα να βρω τα όριά σου
για λίγο σ’ άφηνα να ξεκουραστείς
μέχρι ξανά να τα τεντώσω
κι αμίλητη να σε κλωτσάω πάλι να τα ξεπερνάς.

Ναι. Καταλαβαίνω την αγανάκτησή σου.
Μ’ αγαπάς όσο δε σ’ αγάπησα ποτέ
ήπια διαμαρτύρεσαι στην τιμωρία σου
σα να ’ξερες πω ήσουνα θυσία
για να σωθεί η ψυχή μου.
Τώρα σ’ ακούω που μου μιλάς.
Μ’ ακόμα δε μπορώ να με προστάζεις.
Αβάσταχτη μου ναι η προσταγή αγάπης.
Δεν έμαθα βλέπεις να μένω σ’ ό,τι μου προσφέρεται.
Ούτε διεκδικώ αυτό που χάνεται.
Δεν κυνηγώ αυτό που θέλω
ανοίγω μόνο σ’ ό,τι έρχεται.
Γι’ αυτό σου λέω.
Μη με προστάζεις.
Κλείσε μόνο από μέσα την πόρτα σ’ ό,τι θα ’ρθει.
Νιώσε την ορφάνια σου.
Ώσπου να γίνω δυνατή να σε υιοθετήσω
σαν νιώσω την ανάγκη να γίνω μάνα.
Μ’ ακούς; Την πόρτα κλείσε.
Μη μ’ αφήσεις να ψάξω το κλειδί.
Κρύψε το καλά.
Αν το βρω, στο λέω, θα σ’ αποτελειώσω.
Ναι. Εσύ καλά το ξέρεις.
Δε θέλω πια να γίνω μάνα.

7/5/2007

5.9.07

τ' αστρογονικό μου

Δε θυμάμαι αλήθεια σε ποια χιλιοπατημένα χαλίκια
έχασα τη σκόνη μου…
Κάπου σ’ εκείνες τις πατημασιές διαλύθηκαν και μ’ εγκατέλειψαν
Ανέβηκαν ξανά στο σύμπαν
σ’ εκείνο τα’ άστρο που κάποτε ήταν δικό μου
φτιαγμένο απ’ την ψυχόσκονη του σώματός μου.
Και κρύφτηκε.

Αλήθεια, δεν ήξερα γιατί μόνο νύχτα ζούσα…

Άγρυπνη πολλά βράδια κοίταζα τον ουρανό
Χωρίς να ξέρω τι ψάχνω…
Μόνο που νιωθα πως κάτι έλλειπε.
Όλες οι νύχτες συννεφιασμένες, ομιχλώδεις…

Τότε άρχισα ν’ ανοίγω διαδρόμους.
Αστεροδρόμια που φεγγαν.
Όλα αδιέξοδα.
Εκείνα μ’ οδηγούσαν
και με ξανάστελναν με βία πίσω.
Όλο και πιο κάτω.
Πιο κάτω… κι άλλο…

Τι ανεμογκάζια πάτησα
τι ψυχοπυραύλους εκτόξευσα
μ’ ενισχυμένους ψυχοανιχνευτές…
γύρισα στ΄απλά.
Έφτιαξα ένα τσίρκο με μόνη παράσταση
κάτι ελατήρια που μ’ εκσφενδόνιζαν ψηλά.
Πονούσαν με οι κουτουλιές.
Θλίψη κυρίεψε το άστρο μου γιατί δεν το ’βλεπα.
Δεν ξέρω αλήθεια ποιος σκέφτηκε τους μαγνήτες.
Τους ένιωσα να με τραβούν.

Σε λίγο…
σ΄ εκείνο το λίγο που ναι πολύ…
ένα άστρο έπεσε με φόρα διαλυμένο…

Η αστερόσκονή του με πλημμύρισε
στέγνωσε το αίμα που ’ταν χυμένο.
Ναι. Η δική μου ψυχόσκονη.
Τ΄ αστρογονικό μου…
Ξαναγίναμε ένα…