27.1.08

Πες μου ξανά τι πέρασες



Πες μου ξανά τι ένιωσες,
το ξέρουνε τα κύτταρά μου.
Πες μου λοιπόν πως ένιωσες
θέλω λίγο ακόμα
ν’ ακούσω τα λόγια σου
να καταλάβω τις λέξεις σου
απ’ τις δικές μoυ να τις ξεχωρίσω.

Πες μου ξανά τι πέρασες.
Ποια έννοια σου μεταλλάσσει το κορμί
ποιος λογισμός σου κρύβει θάνατο
ποιος παραλογισμός σου κλέβει τη χαρά
ποιος πόνος σε σπρώχνει στο μπαλκόνι
να αιωρείσαι στο κιγκλίδωμα
με σώμα ελαφρύ
και το μυαλό σου τόνος.
Κι ο φόβος άυλος σε σώνει
τη στιγμή που σε διαχέει
σε γεμίζει και σε σπρώχνει
ένα βήμα πίσω.


Ένα βήμα πίσω.
Μα η ζωή ακόμα πνιχτή
σαν υγρασία που σε μουχλιάζει.
Και δεν αναπνέεις.

Τίποτα δεν έχει σημασία πια
Ώσπου να ρθει το δεύτερο βήμα.
Προς τα πίσω κι αυτό,
με την πλάτη γυρισμένη στο παρόν
ξέρεις πως η βουτιά που δεν έκανες
δε σε γλιτώνει
μα σε πεισμώνει
ένα όνειρο πεθαμένο ν’ αναστήσεις.

Δεν το ήξερες;
Τα πεθαμένα όνειρα πίσω μας πάνε κι αυτά.
Ζωντανούς μας βάζουν στο μνήμα τους
να τα θυμιάζουμε ασταμάτητα.
Κι αυτή η μυρωδιά
νεκροφάνειας
ποτίζει τον ιδρώτα σου
και θέλει χρόνια να αποβληθεί.
Πόσα χρόνια Θε μου χαμένα.


Ο θάνατος με βία πρέπει να ‘ρθει
αλλιώς μας στέλνει μπίλιες.
Εμείς νομίζουμε πως παίζουμε
κι αυτός απλά χαμογελά σκανταλιάρικα.
Εκείνος ξέρει να περιμένει
αφήνοντάς σε να νομίζεις πως κερδίζεις
καθώς τις στέλνεις να κυλήσουν
και να σπρώξουν τις άλλες.
Τίποτα χωρίς κόπο δεν κερδίζεται
μα τίποτα με κόπο δεν ζει.


Πες μου ξανά.
Αυτό δεν πέρασες;

18.1.08

Ενδοεπικοινωνία


«Κουράστηκα» λέω και βγάζουν τα γράμματα
μαστίγιου ήχους στριγκούς.
Δε φοβάμαι πια ούτε το ματοτσίνορο τ’ ουρανού
κι ας στέκομαι μπροστά στην κόρη του
εποφθαλμιώντας στην υγρασία της να στάξω τ’ αμπέχονο της γης.
Λατρεμένο μου πνεύμα οξύ, μολύβι ακονισμένο σε θαυμάζω.
Μα η απορία μου απλώνεται πιο πέρα απ’ το ηλιακό μας σύστημα,
εκείνο που φωτίζεις.
Γιατί το μαγαρίζεις;
Οργή, χολή κακία κι ειρωνείες το σύμπλεγμα της ματαιότητάς σου.
Δε με φοβίζεις.
Ούτε απορώ πια πως γίνεται ν’ αντιλαμβάνομαι αυτά που δεν κατανοώ
με τέτοια ορμή που με κάνει μεγαλύτερη.
Γεμίζω την καλοσύνη και σε μικραίνω
ώσπου σ’ εξαφανίζω σαν τα ρυπαρά ρυάκια που χύνονται στον ωκεανό.
«Κουράστηκα» λέω και τρώω μια σοκολάτα.


Αργά τη λιώνω στο στόμα μου γελώντας με τις φροϋδικές αναλύσεις.
Η καρδιά μου είναι σαν τη μήτρα μου.
Γύρω της επιδίδονται σ΄ αγώνα ταχύτητας τα ρωμαλέα σπερματοζωάρια
μα κανένα δεν αφήνω να κερδίσει αν δεν έχει την καλύτερη πάστα.
Σ’ αυτό το σαρανταοχτάωρο ζωής βρίσκουν το θάνατο
κι εγώ δεν έχω τύψεις.
Κανένας νόμος φθίνουσας απόδοσης δε με ορίζει.
Το πεπτικό μου σύστημα μάτωσε
όσο προσπαθούσα να το ταΐσω μολυσμένες τροφές.
Γέμισε εφτά φλεγμονές που με προστατεύουν
κάνοντάς με ακόμα πιο επιλεκτική.
Μηχανικοί τρόποι αναισθησίας αναποτελεσματικοί
μ’ αφήνουν στον πόνο μου να βλέπω τις αιμορραγίες
Αντιστέκομαι κι ας πονάω.
Το φυσικό μου σύστημα ενδοεπικοινωνίας με τη νόησή μου
είναι σε πλήρη αρμονία
όσο κι αν προσπαθείς να το ρυπάνεις διαταράσσοντάς το.
Είδες που νόμισες πως έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση;
Δεν έχω.
Έχω ισχυρό φίλτρο προστασίας στη χολή που ξερνάς
και γίνομαι αόρατη στον τρόπο που κοιτάς.
Κι οι ουρανοί είναι μαζί μου δείχνοντάς μου το δρόμο
για τη γόμα της ύβρης.

17.12.07

Ανέλπιδα παρόντα

Τώρα δα σε σκεφτόμουν.
Όχι μόνο γιατί ναι Μάρτης.
Κάθε Μάρτη σε πενθώ κι εσένα.
Εκεί κοντά στην ισημερία
χάνεται η δική μου συμμετρία
κι απλώνεται βουβό σκοτάδι
που καταπίνει τις μνήμες των λυγμών.
Εκεί μιλώ με τις απώλειες.
Μόνιμες απώλειες μάτια μου
Χάσκουν κάτω απ’ το δέρμα τα κενά τους.
Όχι, δε μπορώ να βάλω λάσπη
ούτε πανιά να τις καλύψω.
Ανοιχτές τις αφήνω να αναπνέουν
τις μυρωδιές που μ’ αφήσανε.

Τώρα δα που σε σκεφτόμουν
ένιωσα πως τα κενά κλείνουν και με μυρωδιές.
Και μερικά απολεσθέντα - δηλωμένα ή αδήλωτα -
επανέρχονται στον ιδιοκτήτη ακριβώς τη στιγμή
που στερεύει η ελπίδα.
Τ’ ανέλπιδα σαν να περιμένουν.
Τ’ απροετοίμαστα και τ’ άξαφνα.

Τώρα δα που ζωγράφιζα τις μνήμες μου
στο χαρτί για λόγου συνοδεία δια-δικτυακή…
Την ώρα εκείνη που κόπασαν οι λυγμοί…
ένιωσα την αλλαγή.
Στο άπλωμα του χεριού σου.

Ύστερα ήρθες κι εσύ.
Ξαφνικά… γι’ άλλη μια φορά.
Μην ανησυχείς.
Δε θα συμπληρώσω ξανά δελτίο απολεσθέντος.
Είσαι μόνιμα παρών και μόνιμα χαμένος.
Αγαπιόμαστε μάτια μου.
Η ζωή μας μια μόνιμη παρουσία σημείωσης της απουσίας.
Κι όμως… δίνεις τη ζωή σου. Για μένα.

Μη μου θλίβεσαι μάτια μου.
Την επόμενη φορά που άθελά μας
ο συμπαντικός μάγος θα μας φέρει κοντά
θα ‘ναι καλύτερα…
Μάθαμε ν’ αγαπιόμαστε.

Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να το μάθουν
δυο άκρα;
Δυο πόλοι ανεστραμμένοι είμαστε ψυχή μου.
Εκείνο που μας ενώνει είναι μια νοητή γραμμή
υποχθόνια πλεγμένη.
Σου μίλησα ποτέ για τη ζωή κάτω απ’ τη γη;
Πανέμορφη είναι.
Οι χθόνιοι τη φοβούνται.
Εγώ την αγαπώ, εσύ τη νιώθεις.
Όταν την αναγνωρίσεις…
ένα απουσιολόγιο θα τυλιχτεί στις φλόγες.
Παρανάλωμα στη ματιά σου.
Στο υπόσχομαι.
Μόνο αέρα και μυρωδιές θα κουβαλώ στη δική μου…
Αέρινη θα ’μαι.


Μάρτης 2007

2.11.07

Τ' αη Γιωργιού

Αύριο δε θα 'σαι κει.
Απ' το πρωί θα βράζει το καζάνι
κρασί θα πίνουμε από την εκκλησιά
έθιμο παλιό που το 'χαν ξεχασμένο τότε που ζούσες.
Δική μας η γιορτή τ' Αη Γιωργιού
προστάτης του χωριού μας
άρτο και κρασί
τραγούδια και χορό
θα τρατάρομεσε κάθε σπίτι που γιορτάζει.

Το 'πε κι ο θειος μου.
Σ' ονειρεύτηκε λέει πως έρχεσαι
μα το σπίτι είναι κλειστό.
Χρόνια τώρα. Μ' αύριο θα 'μαι εγώ εκεί.
Για πρώτη φορά ύστερα από δέκα χρόνια.
Το σπίτι δε θα ξανακλείσει πια.
Κρασί θα πιω στο όνομά σου
κι ύστερα θα ΄ρθω στην Κερά να σε κεράσω
μαζί με στάλες δάκρυα κι ένα τραγούδι που 'γραψα για σένα.

Το ξέρω πως περίμενες να πιούμε ξανά μαζί.
Αύριο θα 'μαι εκεί.

8.10.07

Το σκίσιμο της πέτσας

Τόσα δάκρυα κι ούτε μια στάλα αίμα δεν έσταξε.
Παίρνει το χέρι μου και μπήγει τα νύχια μου στο δέρμα.
Βλέπω τη σταγόνα να κυλάει, σκύβω να τη μυρίσω.
Με κοιτάζει παραξενεμένος που σκύβω
ενώ θα μπορούσα να φέρω το χέρι μου στη μύτη.
Με κίνηση αργή
αλλά αμετάκλητη
σαν το σιγανό πέρασμα της μέρας
μέσα από το λυκόφως στη νύχτα
φέρνω το χέρι μου στο στόμα
και γεύομαι τη σταγόνα
κοιτώντας τον ίσια στα μάτια
με μια απάθεια που τον εξοργίζει.
-ενώ ένας ανεμοστρόβιλος μέσα μου
εγκλωβίζει στη δίνη του και καταστρέφει
συναισθήματα και σκέψεις
φτάνοντας ως τη γη της ασυνείδητης παρανόησης-

Ο ανεμοστρόβιλος μετακινείται
Το ματωμένο σάλιο καθώς περνάει το λάρυγγα
αφήνει μια εκκωφαντική βουή
καταστρέφοντας τα τύμπανα της ασύμφωνης μπάντας.
Αγάπη λεγόταν νομίζω
Και είχε σπάσει ρεκόρ πωλήσεων στο άκουσμά της.
Περίμενε το χειροκρότημα
Καθώς μια λάμψη στα μάτια μου φανέρωσε μια στάλα
εσωτερικής κίνησης.
Απομακρύνθηκα από τη σκηνή
προτού ο ανεμοστρόβιλος ξεράσει από το στόμα μου.
Κι εκείνος ακόμα πιο οργισμένος
έσπασε την κιθάρα του στην αποθέωση
της μοναδικής πλέον ακροάτριας…
Δεν κοντοστάθηκα.
Δεν άκουσα μα ένιωσα.
Το συριγμό του θυμού καθώς έψαχνε νέα κιθάρα.
Δεν ήξερε πως τις είχε σπάσει όλες;
Τούτη η τελευταία ήταν η δική μου.
Η ακροάτρια να ήξερε πως έπαιζε με άλλη κιθάρα;
Μα την ώρα του θανάτου τι σημασία έχει.

Μπήκα στο τούνελ κι έφυγα τραγουδώντας
«η γέννηση κι ο θάνατος μίας αγάπης δρόμος
ενώθηκαν και χώρισαν τι μένει στους ανθρώπους;»

4.10.07

Φραγή

Την αναζητώ.
Όσο την αναζητώ τόσο απομακρύνομαι από κείνη.
Εκείνη ζητά να με πλησιάσει.
Το νιώθω.
Δεν τη βλέπω μα το νιώθω.
Νιώθω τη θλίψη της να θροΐζει στ' αυτιά μου.
Τη δύναμή της να διαπερνά τους πόρους μου.
Κι αναρωτιέμαι πού βρήκα αυτή την εφαρμογή.
Φραγή κλήσης της ψυχής μου.

Ξέρω από πού με καλεί.
Από πατημένα μονοπάτια φαραγγιών
στριμωγμένα από βράχους και ποτάμια
φεγγαρολουσμένα.
Από συριγμούς ανέμων που διαπερνούν
φυλλώματα απαλών στεναγμών.
Από κείνο το πλατάνι δίπλα στο ποταμάκι
και το μύλο, τότε που όλα ήταν αγνά


και μόνο το κριθάρι γινόταν λιώμα
στο γύρισμα του μύλου.

Τώρα κι εκεί ερημιά.
Καμιά φωνή δεν αγκαλιάζει τα φύλλα.
Κανένα όνειρο δεν αγκαλιάζει τον κορμό.
Και δίπλα ο μύλος αλέθει τη ζωή μου.
Τα απομεινάρια της κυλούν στο ποταμάκι,
λιγόστεψε πια κι αυτό.

Αδύναμη η φωνή που με καλεί.
Φραγή, φραγή...
Δε χωράς πια ψυχή στη ζωή μου.

Την ακούω να με καλεί.
Κλείνω τ' αυτιά μου, όχι, όχι!

Μα μια ριπή του ανέμου πρόλαβε
να με χαϊδέψει.


Λυπημένα μου σφυρίζει...
με πρόδωσες.


με πρό δωσες.

Αφιερωμένο στον Keada που με ώθησε στην απεικονιστική ποίηση...


προτού πατήσετε το play για να δείτε το βίντεο

πηγαίνετε πρώτα στο I love these songs και σταματήστε τη μουσική.

3.10.07

Κάποτε σταματούνε οι φωνές


Κάποτε σταματούνε οι φωνές.
Μανταλοκλειδώνουνε τα υστερικά περάσματα
από τις χορδές.
Καμπανιστός ο ήχος του ατσάλινου ρόπτρου τους
όσο απελπισμένα κι αν χτυπά
με βεβιασμένες κινήσεις
άγριες
απελπισμένου ζώου
κανείς το μάνταλο δεν αγγίζει.
Ακούς με φόβο μα δεν ανοίγεις.
Νιώθεις το θυμό του μα δεν ζαρώνεις.
Έτσι σταματούνε οι φωνές.
Τις κλειδώνεις από μέσα ώσπου να εξαντληθούν.
Ο απόηχος του ρόγχου
όχι του επιθανάτιου, όχι,
της γέννησης σαλεύει και σταματά.
Αιώνια μωρό που δε μιλά
ουρλιάζει μόνο.


Μην απασφαλίσεις το μάνταλο.
Μη δροσίσεις τις χορδές.
Μόνο έρημους κόκκους άμμου
που σχηματίζουν θύελλα κέρασέ τες.
Άμμο
Θύελλα
Δίψα.
Διψασμένη αμμοθύελλα σε καταπίνει.



Αφιερωμένο στον anthrakoryxo

Πού πάει η αγάπη όταν φεύγει;


Ποιος,
ποιος μπορεί
να μου πει
πού πάει η αγάπη
όταν φεύγει;

11.9.07

Ε, όχι μαζόχα και με τίτλο

Σώμα μου
Σταμάτα να μου μιλάς.
Το ξέρω το δίκιο σου.
Τόσα χρόνια σε τιμωρώ
για εγκλήματα που δεν έκανες ποτέ.
Ανυπεράσπιστο σ’ άφησα
σε μυτερά παπούτσια που μπήχτηκαν
στις πληγές σου
σε δάχτυλα μέγγενη που ’σφιξαν το λαιμό σου
-ναι, το ξερα πως ποθούσαν το χαμό σου-
σ’ έδωσα βορά σε καταχρήσεις
σ’ άφηνα με μάτια ανοιχτά
ώρες που ’πρεπε να ναι σφαλισμένα
κλοτσηδόν σ’ έσπρωχνα να βρω τα όριά σου
για λίγο σ’ άφηνα να ξεκουραστείς
μέχρι ξανά να τα τεντώσω
κι αμίλητη να σε κλωτσάω πάλι να τα ξεπερνάς.

Ναι. Καταλαβαίνω την αγανάκτησή σου.
Μ’ αγαπάς όσο δε σ’ αγάπησα ποτέ
ήπια διαμαρτύρεσαι στην τιμωρία σου
σα να ’ξερες πω ήσουνα θυσία
για να σωθεί η ψυχή μου.
Τώρα σ’ ακούω που μου μιλάς.
Μ’ ακόμα δε μπορώ να με προστάζεις.
Αβάσταχτη μου ναι η προσταγή αγάπης.
Δεν έμαθα βλέπεις να μένω σ’ ό,τι μου προσφέρεται.
Ούτε διεκδικώ αυτό που χάνεται.
Δεν κυνηγώ αυτό που θέλω
ανοίγω μόνο σ’ ό,τι έρχεται.
Γι’ αυτό σου λέω.
Μη με προστάζεις.
Κλείσε μόνο από μέσα την πόρτα σ’ ό,τι θα ’ρθει.
Νιώσε την ορφάνια σου.
Ώσπου να γίνω δυνατή να σε υιοθετήσω
σαν νιώσω την ανάγκη να γίνω μάνα.
Μ’ ακούς; Την πόρτα κλείσε.
Μη μ’ αφήσεις να ψάξω το κλειδί.
Κρύψε το καλά.
Αν το βρω, στο λέω, θα σ’ αποτελειώσω.
Ναι. Εσύ καλά το ξέρεις.
Δε θέλω πια να γίνω μάνα.

7/5/2007

5.9.07

τ' αστρογονικό μου

Δε θυμάμαι αλήθεια σε ποια χιλιοπατημένα χαλίκια
έχασα τη σκόνη μου…
Κάπου σ’ εκείνες τις πατημασιές διαλύθηκαν και μ’ εγκατέλειψαν
Ανέβηκαν ξανά στο σύμπαν
σ’ εκείνο τα’ άστρο που κάποτε ήταν δικό μου
φτιαγμένο απ’ την ψυχόσκονη του σώματός μου.
Και κρύφτηκε.

Αλήθεια, δεν ήξερα γιατί μόνο νύχτα ζούσα…

Άγρυπνη πολλά βράδια κοίταζα τον ουρανό
Χωρίς να ξέρω τι ψάχνω…
Μόνο που νιωθα πως κάτι έλλειπε.
Όλες οι νύχτες συννεφιασμένες, ομιχλώδεις…

Τότε άρχισα ν’ ανοίγω διαδρόμους.
Αστεροδρόμια που φεγγαν.
Όλα αδιέξοδα.
Εκείνα μ’ οδηγούσαν
και με ξανάστελναν με βία πίσω.
Όλο και πιο κάτω.
Πιο κάτω… κι άλλο…

Τι ανεμογκάζια πάτησα
τι ψυχοπυραύλους εκτόξευσα
μ’ ενισχυμένους ψυχοανιχνευτές…
γύρισα στ΄απλά.
Έφτιαξα ένα τσίρκο με μόνη παράσταση
κάτι ελατήρια που μ’ εκσφενδόνιζαν ψηλά.
Πονούσαν με οι κουτουλιές.
Θλίψη κυρίεψε το άστρο μου γιατί δεν το ’βλεπα.
Δεν ξέρω αλήθεια ποιος σκέφτηκε τους μαγνήτες.
Τους ένιωσα να με τραβούν.

Σε λίγο…
σ΄ εκείνο το λίγο που ναι πολύ…
ένα άστρο έπεσε με φόρα διαλυμένο…

Η αστερόσκονή του με πλημμύρισε
στέγνωσε το αίμα που ’ταν χυμένο.
Ναι. Η δική μου ψυχόσκονη.
Τ΄ αστρογονικό μου…
Ξαναγίναμε ένα…

22.8.07

Τα ξύλα και η άγκυρα

Δεν ξέρω ποιος άτιμος
-καλά ανόητος-
αποφάσισε να με ανακαινίσει.
Μια χαρά φθαρμένη
κουκέτα ήμουν
σ΄ ένα σαπιοκάραβο που ’βρισκαν ένα κρεβάτι
κάτι άστεγοι αλήτες.
Τέτοιο παλιοσκαρί που ήταν
άφηνε όλους τους ανέμους να μ’ αλλάζουν
όλα τα κύματα να με ποτίζουν
κι η φθορά ήταν μόνο οι αναμνήσεις.

Κάθε μπίρα που έτρεχε από το στόμα τους
-εκείνων των άστεγων με τα σορτσάκια, τα σανδάλια
και τα πόδια ψηλά για να την ακούν καλύτερα-
μ’ ανακάτευε και ξέρναγε τα μυστικά μου.
Μα οι αλήτες δε μιλάνε.
Πίνουν και καπνίζουν.
Χτυπήσανε μόνο ένα τατού.
Μια άγκυρα.
Το μοναδικό που δεν άλλαξαν σ’ εκείνο το σαπιοκάραβο
ήταν τα ξύλα που με είχαν διαχωρίσει.
Κάτω απ’ το λούστρο είναι ακόμα
οι νοτισμένες ιστορίες.
Τα ξύλα και η άγκυρα.
Τα δεκανίκια κι η ασφάλεια.
Η σχεδία και το «βίρα τις άγκυρες».


Ό,τι ψάχνει κανείς το βρίσκει
γιατί απλά έχει ξεχάσει πως ήδη το έχει.

Και καλά.
Δε με πειράζει η ανακαίνιση.
Μα να.
Πιο πολλές αλλαγές έζησα μ’ εκείνα τα αλητάκια
παρά με τους ταξιδιώτες.
Κι ας με φυσούνε οι ανέμοι σε κυμάτων κινήσεις
κι όχι σε ναυπηγείο.

Ευτυχώς που έχω την άγκυρα.

23.7.07

Καμένη γη

Κοίτα με.
Κοίτα πώς εξαϋλώνομαι.
Κοίτα πώς χάνομαι μέσα μου.
Πώς γίνομαι ολόκληρη ψυχή.
Κοίτα με.
Κοίτα πώς γίνομαι φυγή.
Να περιδιαβαίνω τ’ απάτητα
μονοπάτια του μυαλού σου
να κραδαίνω τ’ απόκοσμα σημεία
της σιωπής σου.
Κοίτα με.
Κοίτα πώς γίνομαι εσύ.
Μέσα απ’ τις σκέψεις που τέμνονται.
Μέσα απ’ την ηδονή που λιώνει
τ’ αρχέγονα κορμιά μας.
Κοίτα με.
Κοίτα πώς είσαι εσύ.
Ασίγαστος πόθος, αγάπη γυμνή.
Λυτρωμένα από έρωτα.
Κοίτα με πώς γίνομαι φωτιά.
Πώς καίω τα όνειρά σου.
Πως τα κάνω στάχτη μαζί με το κορμί σου.
Κοίτα πως γίνομαι αγέρας
Πως παρασύρω τα όνειρά σου
Πώς σκορπίζω τις στάχτες σου.
Κοίτα πώς γίνεται ολόκληρος ο κόσμος εσύ.
Καμένη γη.

28.6.07

Τ' ακοίμητα παιδιά της θλίψης

Παραδίνομαι στ’ ακοίμητα παιδιά της θλίψης.
Στην άφατη εμμονή μιας ατίθασης λήψης.
Εκείνης που εκπνέει, αναστενάζει
βρυχάται κι όλο με βουλιάζει.
Ακούραστος δέκτης
γίνομαι…
Κι ύστερα εκπέμπω…
στραπατσαρισμένα σεντόνια
πεταμένα στο πάτωμα
χελωνίσια πατήματα ως το μπάνιο
Αργά, πολύ αργά…
Κενό, κενό…
Πολύς ο πόνος στο κενό.
Φωνές που τυπώνονται στο μαύρο μου ρούχο
με μαύρο μελάνι
και ουρλιάζουν ολόμαυρες σκιές…
στο κολλημένο πάνω μου ρούχο.
Οι δικές μου τρελαμένες φωνές.
Των άλλων δεν τις αντέχω.
Όχι, όχι.
Δεν πάω πουθενά απόψε.
Λυγίζω, λυγίζω στο πουθενά.
Αφέθηκα μάτια μου
Αφέθηκα στη γλυκιά ανυπαρξία
στην αυτοκαταστροφή των πάντων
ακόμα και της αγάπης.
Δεν αγαπώ. Κανέναν δεν αγαπώ.
Έτσι έλεγε κάποτε κι εκείνος.
Ούτε το μικρό μου δεν αγαπώ.
Είμαι ένας άχρηστος.
Τώρα; Τώρα ξέρω.
Είμαι ολόιδια εσύ.
Το ένιωθα. Τώρα το ζω.
Το ζω που να πάρει!
Τ’ αφήνω να με ροκανίζει
δέρμα σκαμμένο
οι κόγχες θλιμμένου κλόουν
τα νύχια, τα δόντια από κίτρινα μαύρα.
Μόνο ο καπνός του τσιγάρου μου αρμενίζει…

Καπνός και στάχτη το ταξίδι μου.
Δεν περισσεύει ούτε ένας αξιοπρεπής θάνατος.
Ούτε καν ένα ξημέρωμα
για τ’ ακοίμητα παιδιά...