2.5.07

Να πιάσουμε το Μάη

Τα βλέφαρα κλειστά, γυρνοβολάει το σώμα
στο μονό κρεβάτι.
Η καρδιά χτυπάει δυνατά μ' αργεί να ξημερώσει.
Πού να κλείσω μάτι, πώς να κοιμηθώ
Σα ν' άκουσα αεράκι να σηκώνει...
Θα βρέξει;
Θεούλη μου σε παρακαλώ... σφάλισε τον ουρανό!
Νυχοπατώντας βγαίνω στην αυλή.
Σα να 'πιασε κρύο.
Ξαναγυρνώ στο κρεβάτι μου.
"
Πώς μπορείς εσύ να κοιμάσαι;
Ξύπνα! Θα βρέξει...
Δε θα πιάσουμε το Μάη...
Κι η μάνα μας ξενύχτησε το βράδυ
να ετοιμάσει όλα τούτα
"...
Κλείνει τα μάτια και ξανακοιμάται.
Όταν ξημέρωσε μάλλον κοιμήθηκα κι εγώ.
Κανείς δε μας ξύπνησε το πρωί...
Βρέχει.
"Ε και; Έλα μπαμπά, σε λίγο θα σταματήσει.
Του μίλησα εγώ του Θεού, θα δεις!"

Η γειτονιά στο πόδι.
Κάποιοι τολμηροί ήδη κατεβαίνουν
να πιάσουν τα χωράφια.
Γεμάτες οι καρότσες με παιδιά...
Έφτασε δώδεκα για να βγει ο ήλιος.
που στέγνωσε τα δάκρυά μας
κι αναγάλλιασε την καρδούλα μας.
Τρία αυτοκίνητα τελικά κατηφορίσαμε.
Μ' απαντήσαμε κι άλλους κει δα.
Στενάξανε οι ελιές απ' τα τραγούδια.
Λύγισαν τα κλαδιά απ' τις αυτοσχέδιες κούνιες...
Και παιχνίδια... Ποιος είν' ο δολοφόνος...
Ένας - ένας πέφταμε ξεροί απ' τον αητομάτη...
Μύρισε ο τόπος κάρβουνο και κρασί...
Πίναμε κι εμείς κλεφτά απ' το άγρυπνο βλέμμα της μαμάς...
Γελούσανε οι μπαρμπάδες απ' τη σκανταλιά
κάτω απ' τα μουστάκια τους...
"Δεν ήκαμες αγόρια Γιώργη, μα δε σου χρειάζουνται θαρρώ!"
Κοντά οι θειάδες να πλέκουν όμορφα
τα στεφάνια
με τα λουλούδια που μαζεύαμε σα μελισσάκια τριγύρω...
Τρυπιόμασταν κι εμείς με τις βελόνες...
Μας αφήσανε να μείνουμε και με τα κοντομάνικα.
Εμείς καλά περάσαμε. Ξεσαλώσαμε.
Κι οι μεγάλοι... γελάσανε κι αυτοί.


Δε μίλησε κανείς για αίμα που χύθηκε...
Το μάθαμε αργότερα.
Κι αλλάξανε οι μυρωδιές του Μαγιού.



28/4/2006

20.4.07

Tρέχει, τρέχει

Θες κι εσύ να αγγίζεις το σώμα μου.
Όχι την ψυχή μου...
Μα άλλαξε το χρώμα μου
μια βουτιά στη ζωή σου.
Κι έρημη χώρα
μέσα μου τώρα.

Τώρα ο πόνος μοιάζει αρρωστημένο της αμαρτίας ψέμμα.
Τώρα ο ήλιος στέλνει ματωμένες αχτίδες και σβήνει.
Κανένας πλανήτης δε χωράει την ψυχή μου που απλώνεται.
Βελόνες τρυπούν την καρδιά μου και νιώθω ρευστή... πνιγμένη στο αίμα.
Καμιά αχτίδα δε μεταφέρει τη ματιά μου που καρφώνεται
σ' ό,τι γρήγορα αλλού αναζήτησες να ζήσεις προτού με ζήσεις...

Και ξαφνικά η συναισθηματική μου κλεψύδρα ανατράπηκε.
Γυρνάει προς τα πίσω με γρήγορο ρυθμό.
Πιότερο απ' αυτόν που κυλούσε προς τα μπρος.
Για την κλεψιά αυτή καθόλου δε ντράπηκε.

Ξαναλλάζω το χρώμα μου
με βουτιά στη ζωή μου.
Και τρέχει η ώρα
μέσα μου τώρα...
Αγγίζεις το σώμα μου
μα όχι την ψυχή μου.

Για πόσο; Όσο η κλεψύδρα μου συνεχίζει να κλέβει...να τρέχει...να τρέχει...

17.4.07

Μια νύχτα μόνο

Πάλι πρωί. Με τα βλέφαρα ανοιχτά.
Να κλείσουν αρνούνται. Να ξορκίσουν το κακό.
Πέρασε κι αυτή η μέρα. Τη βγάλαμε.
Το ξέρω. Δεν τελειώσαμε εδώ.
Έρχονται και χειρότερα μωρό μου.
Δεν τρώμε τις σάρκες μας μόνο.
Την ψυχή μας τρώμε,
όλα τα μέσα μας τεμαχίζουμε και τ' αφήνουμε να ξεχύνονται μες το αίμα.
Ωμά τα τρώμε μωρό μου. Ωμά.
Δε μας βρήκαν ακόμα τα χειρότερα. Έρχονται.
Κοιτάζω το τζάκι. Ένα μάτσο άθλια αποκαΐδια με κοιτούν κοροϊδευτικά.
Όχι.
Απειλητικά.
Ούτε.
Μισοκαμμένα σχήματα περίεργα.
Στάχτες και κομμάτια.
Βυθίζομαι. Αλλάζουν τα σχήματα, αλλάζουν.
Τι θέλετε να μου πείτε; Τι;
Δεν καταλαβαίνω. Τίποτα δεν κατάλαβα. Τίποτα.
Κοιτάζω και σένα. Στον ύπνο σου απότομα τινάζεσαι.
Κλωτσάς. Μουρμουράς.
Τι λες; Δεν καταλαβαίνω. Τίποτα δεν κατάλαβα.
Τι; Καθρέφτης σου είμαι; Όσο με πόνεσες σε πόνεσα;
Ό,τι σε κατηγόρησα έγινα;
Μπερδεύομαι. Βουλιάζω.
Σε τούτη την καμένη εστία όλα γυρίζουν. Αλλάζουν.
Πέφτουν, διαλύονται.., πάλι σχήματα αλλάζουν.
Ναι. Ο θύτης γίνεται θύμα.
Γίνεται και το θύμα θύτης.
Αυτό;
Το τίποτα τα πάντα μπορεί να γίνει.

Ανεβάζω το βλέμμα μου πιο ψηλά.
Σ' εκείνη τη δερμάτινη μάσκα με πρόσωπο πορσελάνης.
Θλιμμένη μα όμορφη. Τι κρύβει; Τι;
Τέρας;
Θυμάμαι εκείνο το παραμύθι που χάρισα στην ανιψιά σου την προηγούμενη βδομάδα.
Η πεντάμορφη και το τέρας. Το τέρας το είχε ξεχάσει μα πρίγκιπας ήταν.
Όμορφος απέξω άσχημος από μέσα.
Άσχημος απέξω, όμορφος από μέσα.
Γνωρίζουμε άραγε ποτέ την πραγματική μας φύση;

Ποια; Ποια είμαι εγώ τώρα; Ποιος είσαι εσύ;
Λες; Λες το τέρας μέσα μας πρέπει να δούμε για να γίνουμε όμορφοι;
Αν δεν το δούμε παραμένουμε άσχημοι;
Γι' αυτό;
Γι' αυτό δεν υπάρχει φως χωρίς το σκοτάδι;
Γι' αυτό;
Το τελευταίο αποκαΐδι που αντιστεκότανε μανιασμένα
έπεσε σκορπίζοντας σύννεφα στάχτης.
Παράνοια.
Δε με νοιάζει πια, τίποτα δε με νοιάζει.
Άλλη μια μέρα ήταν.
Πάει, ξημέρωσε τώρα.
Αναπνέουμε ακόμα.

13.4.07

Τι πάει να πει αντέχω...

Κι αν έφτασα ως εδώ
φεγγάρια να μετρούν τις αντοχές μου,
στιλέτα να κόβουν τους ήλιους μου...
πάει να πει αντέχω.

Απόρθητη λαχτάρα το κενό μου.
Γλιστράει απ' τα δάχτυλα υγρό, καυτό.
Κι αν έφτασα ως εδώ
βαραίνει το μυαλό, δεν ξαποσταίνει.
Αντλία που γυρνά ασταμάτητα
με παρασέρνει..
Κι όλο ξεγυμνώνει, κουρελιάζει
μα δεν έχει τέλος αυτή η φορεσιά.

Τι πάει να πει αντέχω;
Πόσα ράμματα χωράει ένα κορμί;
Πεπερασμένα..
Να 'τανε κορμί και το μυαλό.
Σώμα μισό η ψυχή.
Δε θα 'φτανα ως εδώ.

Κι οι θεωρίες σκισμένα χαρτάκια
σ' ένα κολλάζ σοφισμάτων.
Λογοπαίγνια γελούν τα θέλω.
Σκανταλιάρικα παιδιά ξεγελούν
τα «ξέρω».
Και ξεκαρδίζονται στα γέλια.
κοιτώντας σε στα μάτια.

Κοφτερή λεπίδα το φευγιό μου.
Πλησιάζω στην κόψη και φοβάμαι τον πόνο.
Παροπλίζω την ελπίδα.
Κι αν έφτασα ως εδώ
πάει να πει αντέχω.
Κόβω φέτες τους ύπνους μου,
δροσίζω το λαιμό μου.
Απόρθητο λιμάνι το κενό μου.




Η φωτό είπαμε... δικές μου χαρακιές στο photosop... θα βελτιωθώ. Την κατανόησή σας.

12.4.07

Ίσως...βιάστηκες

-"Ίσως βιάστηκα", είπες.
-Ίσως, η μόνη σου αλήθεια.
Σκέφτηκα.

-"Ίσως βιάστηκα. Να σε κρίνω.
Χρόνια σε ήξερα. Άλλαξες τώρα".
-"Ναι. Παραιτήθηκα τελευταία. Κουρασμένη ήμουν πολύ,
πίστεψα για λίγο μπορούσα".
-"Ίσως βιάστηκα. Άλλαξες πάλι".
-"Ίσως. Με ξαναβρίσκω τώρα".
Μικρή ακόμα, μα μεγαλώνω.
-"Ίσως βιάστηκα. Νόμισα έφυγες.
Ή ποτέ δεν υπήρξες".

- "Για λίγο έφυγα. Μ' έχασα".
-"Ίσως βιάστηκα. Δεν το κατάλαβα.
Νόμισα αυτή πως ήσουν".

-"Μια στιγμή στα χρόνια μετράς.
Ποτέ δε ρώτησες".
-"Ίσως βιάστηκα. Δε μίλησα."
-"Το ένιωσα".
Μα πιο πολύ ανάγκη τότε σε είχα.
Δε μίλησα.

-"Ίσως βιάστηκα. Φοβήθηκα".
-"Δεν το κατάλαβα. Τη δύναμή μου ήθελες.
Δεν τη συγκράτησα".
-"Ίσως βιάστηκα. Ψέματα είπα".
-"Ναι. Είναι αργά τώρα.
Το ένιωσα".
Ίσως βιάστηκες.
Μ' έχασες τώρα.


"Την αγαπάς";
Ναι, ήθελα να μου πεις.
Μα δεν το 'πες.


4-2-2006

11.4.07

Κουρελιασμένο φεύγω

Ένα κουρελιασμένο φεύγω με ντύνει.
Μα πού να πάω;
Ο κόσμος μικρός.
Κι ο έρωτας μισός,
ανήμπορος στέκει στην απληστία.
Του κορμιού, του μυαλού.
Είναι κι η καρδιά μας άπληστη;
Η ψυχή μας;
Δεν είναι που κρυώνω.
Είναι που δεν είμαι εδώ
με τα πόδια καρφωμένα στη γη.



Κι είναι γαμώ το μεγάλα τα καρφιά.
Και το χειρότερο.
Έγινα άπληστη κι εγώ.
Πετώ τα κουρέλια και ντύνομαι
με τ' ακριβό μου τζιν.
Εντάξει, το ξέρω.
Όλοι έτσι κάνουμε.
Αργοπεθαίνουμε με μικρά διαλείμματα ζωής.
Εκεί που ο έρωτας αρκεί.

10.4.07

Γύρισε; δε γύρισε;

Μου είπαν... εντάξει. Τι περίμενες; Αφού γύρισε ανάποδα ο κόσμος σου.
Ναι. Τον είδα τον ουρανό σφοντύλι. Κι έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.
Ναι. Τι περίμενα; Αλλά... ανάποδη λένε πως είμαι.
Το επιβεβαιώνω κι εγώ.
Δηλαδή ο κόσμος μου γύρισε στα ίσια του
κι εγώ έκανα ακροβούτια; Τόσον καιρό ανάποδα τον έβλεπα.
Τελικά...γύρισε ανάποδα ο κόσμος μου ή ήρθα εγώ στα ίσια μου;

Και πότε είχα τη γη κάτω από τα πόδια μου για να την έχω τώρα;
Ε;;; "Εσύ μια ζωή στον κόσμο σου"
Έχασα τη γη του κόσμου μου
ή τον αέρα που με πετούσε;

Μπέρδεμα η σκέψη μου. Ανάμεικτη σαλάτα. Θα την κόψω τη ρημάδα. Αφού με πειράζει.

Μισό να στρίψω ένα τσιγαράκι. Όταν στρίβω δε σκέφτομαι.
Καιρός να στρίβω γενικώς. Μ' ακούς; Στρίβω.
Κι εγώ...

Άμορφο

Έφτασε εκείνη η ώρα.
Μέσα μου τη ζύμωναν καιρό εκείνα τα χέρια.
Αλλοτε λεπτά και μακριά,χέρια ευγενικά,
κάποτε μικρά και τρυφερά, αθώα χέρια,
χοντροκομμένα άλλα, εξουσιαστικά,
άλλα γλοιώδη,
τη ζύμωσαν και μεγαλειώδη.
Όλα τα χέρια τη ζύμωναν.
Κι απ' όλα είχε υλικά.
Ανάγκη, προσφορά, ανιδιοτέλεια, λύπη.
Θυμό, αγανάκτηση, αδιέξοδο, αγάπη.
Συμβιβασμούς. Διπλή η δόση του συμβιβασμού.
Και ανταποδοτικά οφέλη. Τ' αλεύρι, η βάση.
Το νερό το δίλημμά μου.
Αλμυρό το νερό, ανακατεύτηκε με τα δάκρυα της ψυχής μου.
Μεγάλο ήτανε το κομμάτι της μαγιάς.
Δεν πρόφτασα να το αλλάξω.
Φούσκωσε το ζυμάρι. Τεράστιο έγινε.

Ακούραστα τα χέρια. Πώς να τα σταματήσω;
Μ' απειλούν.
Ξέρουν πώς ν' απλώσουν τη ζύμη μέχρι να μ' εξοντώσει.
Από μέσα μου ύπουλα ξεκίνησαν μέχρι να πιάσουν το έξω.
Ναι. Με ξεγελούσα.
Όταν μεγάλα κομμάτια καταβρόχθιζα
την ώρα τούτη ν' αναβάλλω.
Μα έφτασε.
Κι εξαντλημένη με βρήκε.
Ουρλιάζοντας προσπαθώ ν' αντισταθώ.
Το δίλημμα να ξεχύσω να πλημμυρίσει τα υλικά.
Να τα πνίξει.
Μα ακούω. Ακούω τις φωνές.
Βλέπω. Βλέπω άλλα χέρια να υψώνονται.
Φωνές.
Βοήθεια φωνάζουν.
Τι να κάνω;
Πώς; Πώς ν' ανακαλύψω προς τα πoύ γέρνει η αλήθεια;
Υπάρχει αλήθεια;
Μη. Μη με κατηγορήσετε.
Θα εξευτελιστώ το ξέρω.
Ξεχειλωμένη χωρίς σχήμα θα βγω.

Απ' όλα τα χέρια που με ζύμωσαν.
Η μοναδική μου νίκη.

Εκείνη τη φόρμα την έφτυσα.


Photo: www.visualparadox.com

2.4.07

Ζήσε τη ζωή σου και μην ακούς κανέναν




''Ζήσε τη ζωή σου και μην ακούς κανέναν''.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα από σένα.
Μ' ένα βιαστικό σημείωμα χάθηκες,
"δε φταίει κανείς''.
Πόσα τρομαγμένα πουλιά πετάχτηκαν στο βλέμμα σου;
Πόσες αλήθειες που δεν έμαθε κανείς;
Ποια τρέλα σε φυγάδευσε σ΄ αλλιώτικα κελιά;
Κι οι άλλοι είπαν "αντράκι'' ήσουν τελικά.

"Ζήσε τη ζωή σου και μην ακούς κανέναν"




Τα μάτια σου ανταριασμένες θάλασσες
που άφριζαν κατάματα τη θλίψη...

Κι εγώ εννιά χρόνια και σήμερα
ψάχνω τα κύματά σου...
Στιγμή μη σε ξεχάσω και χαθείς
Κάθε μέρα ταξιδεύω προς τα κει.
Πατέρα μου ζεις;;;
Κάθε μέρα ζω τη ζωή μου ακούγοντας εσένα.
Αντλώντας τ΄ αποθέματα που δε στερεύουνε ποτέ...
Γατί με γέμισες αγάπη και ψυχή και καλοσύνη.
Επειδή έτσι ήσουνα εσύ.
Πατέρα μου ζεις.

Οι μυγδαλιές

Φλεβάρης κι ανθίζουν οι μυγδαλιές.
Απλώνει η ψυχή μου αχλή στο δρόμο
που περπατώ…
Σκεπάζει τα βήματα και τις εικόνες,
αφήνοντας μόνο τις μυγδαλιές…
Άνοιξης προαναγγελία…φυσική…
Σπαρμένη στα τσιμέντα.
Σαν τη τσιμεντένια ζωή μας.
Αγριολούλουδο η ψυχή μας
Θέλει να το σκίσει… να πεταχτεί…
Ξεσκισμένο λουλούδι σε σκαμμένους δρόμους.
Μα εγώ κοιτώ τις μυγδαλιές.
Όχι γιατί ναι όμορφες.
Μα γιατί θάνατο κυοφορούν.

Κι εκεί…

Δίπλα στο μνήμα σου μια μυγδαλιά
Τρέφεται απ’ τα θρυμματισμένα σου κόκαλα.
Απέναντι ακριβώς, ψηλά στο λόφο
σε κοιτά η άλλη που της άφησες τη ζωή σου…
Τροφή στην ελπίδα.
Θανάτου αγγελία… φυσική.

Κάθε που κοιτώ τις μυγδαλιές
βλέπω ανθοστολισμένα
μνήματα…

22.3.07

Στον τελευταίο σου χρωματισμό


Περπατώ στο δρόμο που κάποτε κρυφά σε συναντούσα.
Μπροστά μου προβάλλει το εκκλησάκι.
Σαν άγια μνήμη κρεμιέται πάνω στη στροφή
και φυλάει στην αυλή του όλους τους έρωτες
που πρωτόλειοι στο χώμα του φιληθήκανε.
Οι χτύποι της καρδιάς μου συντονίζουνται.
Άτακτα βουίζουν τους θορύβους της σιωπής.
Τι γλυκό αεράκι που φυσάει!
Νιώθω την ανάσα του να μου ψιθυρίζει.
Σςςςςςς.
Κόπιασε κι εσύ.
Ξανά θα νιώσεις όπως τότε, που ήσουνα μικρή.
Και τούτα τα δέντρα.
Χρόνια ακροβατούν σ΄ένα γκρεμό.
Απλώνουνε τις ρίζες τους βαθιά στα
πετραδάκια της αγάπης και καρπίζουνε.
Σκορπούν αιώνια τα φύλλα της αθωότητας
που πήρανε.
Και τα κλαδιά τους κρέμουνται μαγεμένα
απ' το κάλεσμα του κενού.
Σςςςςςςςς!
Δες τον ήλιο που ξαπλώνει
στ' απέναντι βουνά.
Κάποτε λέγαμε θα ζήσουμε
στον τελευταίο του χρωματισμό
πριν εξαφανιστεί.
Μεταξύ δύσης κι εμφάνισης σκοταδιού.
Κάθε απόγευμα. Θα ζούμε.
Κάθε βράδυ. Θα πεθαίνουμε.
Πού είσαι τώρα εσύ; Ζεις;
Εγώ απόμεινα σε κείνα τα βράδια.
Πες μου πως τίποτα απ' το τώρα
δεν είν' αληθινό.
Λευτέρωσέ με.
Σε κείνο το πέρασμα,
στον τελευταίο σου χρωματισμό
σε περίμενα να ρθεις.

16.3.07

Πατώ στη γη...

Πατώ στη γη …
Ζώο ημερωμένο μαρμαρωμένων γητευτών.
Γρατζουνίζω τη μορφή τους ψάχνοντας τροφή.
Πεινάω μα δεν τους καταστρέφω.
Στρέφω τα δόντια και τρώω τη δική μου σάρκα.
Πατώ στη γη…
Απογυμνώνομαι με τρόμο μα χωρίς ντροπή σε μια σελίδα
που δεν ξέρω αν τσακίζεις, σκίζεις ή απλά την προσπερνάς.
Μια σελίδα που ερμηνεύεται αργότερα κατά το «πως ήρθαν τα γεγονότα».
Πατώ στη γη…
Άλλοτε ελαφριά να μην ταράζω τα πουλιά, άλλοτε άγαρμπα,
άλλοτε βαριά τα βήματά μου πληγώνουνε το χώμα.
Ξαφνικά τρέχω σαν αγριεμένη γαζέλα, λαχανιάζω και σκοντάφτω
μα... πάλι σηκώνομαι και τρέχω.
Ολάκερη η ζωή μου κρέμεται από τούτο το τρεχαλητό.

Πατώ στη γη…
Ιχνηλατώντας σ’ ερμηνεύω.
Δεν κρύβεις τα ίχνη σου, δεν τα σκεπάζεις, δεν τα καλύπτεις.
Η λογική μου ψάχνει τις παγίδες, το ένστικτο με οδηγεί μπροστά.
Πατώ στη γη.
Λαγουδάκι που όλο χοροπηδά. Κι εκείνο τρέχει. Πάλι τρέχει. Με τεντωμένα αυτιά.
Κι έρχεσαι εσύ, ανάβεις τους προβολείς.
Κοκαλώνω… Μαρμαρωμένη στέκω... Συγκλονίζομαι ολόκληρη.
Μαγνητισμένη παραδίνομαι. Σε κοιτώ με γουρλωμένα μάτια κι εσύ…
σβήνεις τους προβολείς.

Και τότε…
Τότε.
Φεύγω ψηλά παρασύροντας μαζί μου τη γη.
Γυρίζουμε μαζί σε μια δίνη γαλαξιακή που όλα τα ανατρέπει.
Τότε…
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο.
Δε με νοιάζει τίποτα άλλο.
Ολάκερη η ζωή μου δίνεται σε τούτο το πέταγμα.
Εύκολο είναι να πετάει το πουλί. Λεύτερο.
Εύκολο είναι να ταξιδεύει η σκέψη παρέα με την ψυχή.
Μα εγώ πετώ με τη γη δεμένη στα πόδια μου.
Εκείνη με τραβάει προς τα κάτω κι εγώ αδιαφορώ για την κοσμοχαλασιά.
Με γνώση.
Πιο εύκολο είναι ν’ αγαπάς όταν σ’ αγαπούν.
Εύκολο είναι να αφήνεσαι όταν βρίσκεις αυτό που ζητάς.
Μα εγώ αγαπώ ψάχνοντας.
Ανιχνεύω, ερμηνεύω, κρίνω μα δεν κατακρίνω, τρέχω μα γυρίζω πίσω.
Κι αφήνομαι.
Με γνώση.

Ίσως κάποτε με δεις να πετάω. Ίσως όχι.
Ίσως κάποτε συναντηθούν οι τροχιές μας. Ίσως όχι.
Στο μεταξύ…
Ξέχασες να σβήσεις τους πίσω προβολείς.

13.3.07

Παραίτηση


Πάλι πρωί. Με βλέφαρα ανοιχτά.
Να κλείσουν αρνούνται.
Να ξορκίσουν το κακό.


Στροβιλίζομαι με πανικό.
Πού; Πού είσαι; Πώς θα σε βρω;

Πάλι πρωί.
Γκρίζες τρίχες στα μαλλιά μου μετρούνε
τα χρόνια που γέρασα χθες βράδυ.
Πόνος το κορμί μου πια δεν το ταράζει.
Μουδιασμένη η καρδιά σαν το μυαλό.
Παραίτηση. Η θλίψη μου φωνάζει.

Κενή.
Ο Μορφέας μου αρνείται την αγκαλιά του.
Τι με νοιάζει αν πάλι ξημερώνει.
Εδώ ο χρόνος δεν έχει πια αξία.
Τα στρογγυλά δισκία δε φέρνουν υπνηλία.
Ψέματα μου είπανε κι αυτά.
Μα δεν έχει σημασία.
Ο ύπνος εδώ δεν έχει αξία.

Μόνο αυτός ο κόμπος.
Να φύγει Θε μου αυτός ο κόμπος
που μου κρατάει τον αέρα!
Με σφίγγει, μου παγιδεύει την ανάσα.
Στην αγκαλιά σου έσβησα.
Ηρέμησα.


12.3.07

Αστεροτρόπιο

Κοιτώ τ’ αστέρια μα βλέπω το παρελθόν τους.
Αν ανήκεις σ’ εκείνο τ’ αστέρι δε σε βλέπω όπως είσαι σήμερα.
Μα αν η ψυχή σου είναι εκεί...
Εκεί! Εκεί ν’ ανήκεις....
Να τη βλέπω να λάμπει μέσα στο σκοτάδι.
Ν’ αντικατοπτρίζεται μέσα απ’ τα δικά μου μάτια να την κοιτάς κι εσύ.
Να μην ξεχνάς.
Τι βλέπω κάθε νύχτα και σ’ αγαπώ μάτια μου ακριβά.
Κάθε νύχτα σαν να 'ναι η πρώτη μου φορά.
Όπως κι αυτή η παραδοχή.
Σςςςς.... μη μιλάς.
Τίποτα δε ζητώ.
Μεταμορφώθηκα σ' αστεροτρόπιο μόνο για να σε βλέπω. Είδες; Όμορφο δεν είναι;
Ένα λουλούδι που γεννήθηκε για σένα.
Ανήκει σε σένα.
Για πόσο;
Δεν έχουν χρόνο οι ψυχές σαν συναντιούνται.
Ούτε τόπο.
Μόνο κυλάνε...πετάνε... κι ανοιγοκλείνουν.
Φτερά και πέταλα.