11.4.07

Κουρελιασμένο φεύγω

Ένα κουρελιασμένο φεύγω με ντύνει.
Μα πού να πάω;
Ο κόσμος μικρός.
Κι ο έρωτας μισός,
ανήμπορος στέκει στην απληστία.
Του κορμιού, του μυαλού.
Είναι κι η καρδιά μας άπληστη;
Η ψυχή μας;
Δεν είναι που κρυώνω.
Είναι που δεν είμαι εδώ
με τα πόδια καρφωμένα στη γη.



Κι είναι γαμώ το μεγάλα τα καρφιά.
Και το χειρότερο.
Έγινα άπληστη κι εγώ.
Πετώ τα κουρέλια και ντύνομαι
με τ' ακριβό μου τζιν.
Εντάξει, το ξέρω.
Όλοι έτσι κάνουμε.
Αργοπεθαίνουμε με μικρά διαλείμματα ζωής.
Εκεί που ο έρωτας αρκεί.

10.4.07

Γύρισε; δε γύρισε;

Μου είπαν... εντάξει. Τι περίμενες; Αφού γύρισε ανάποδα ο κόσμος σου.
Ναι. Τον είδα τον ουρανό σφοντύλι. Κι έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.
Ναι. Τι περίμενα; Αλλά... ανάποδη λένε πως είμαι.
Το επιβεβαιώνω κι εγώ.
Δηλαδή ο κόσμος μου γύρισε στα ίσια του
κι εγώ έκανα ακροβούτια; Τόσον καιρό ανάποδα τον έβλεπα.
Τελικά...γύρισε ανάποδα ο κόσμος μου ή ήρθα εγώ στα ίσια μου;

Και πότε είχα τη γη κάτω από τα πόδια μου για να την έχω τώρα;
Ε;;; "Εσύ μια ζωή στον κόσμο σου"
Έχασα τη γη του κόσμου μου
ή τον αέρα που με πετούσε;

Μπέρδεμα η σκέψη μου. Ανάμεικτη σαλάτα. Θα την κόψω τη ρημάδα. Αφού με πειράζει.

Μισό να στρίψω ένα τσιγαράκι. Όταν στρίβω δε σκέφτομαι.
Καιρός να στρίβω γενικώς. Μ' ακούς; Στρίβω.
Κι εγώ...

Άμορφο

Έφτασε εκείνη η ώρα.
Μέσα μου τη ζύμωναν καιρό εκείνα τα χέρια.
Αλλοτε λεπτά και μακριά,χέρια ευγενικά,
κάποτε μικρά και τρυφερά, αθώα χέρια,
χοντροκομμένα άλλα, εξουσιαστικά,
άλλα γλοιώδη,
τη ζύμωσαν και μεγαλειώδη.
Όλα τα χέρια τη ζύμωναν.
Κι απ' όλα είχε υλικά.
Ανάγκη, προσφορά, ανιδιοτέλεια, λύπη.
Θυμό, αγανάκτηση, αδιέξοδο, αγάπη.
Συμβιβασμούς. Διπλή η δόση του συμβιβασμού.
Και ανταποδοτικά οφέλη. Τ' αλεύρι, η βάση.
Το νερό το δίλημμά μου.
Αλμυρό το νερό, ανακατεύτηκε με τα δάκρυα της ψυχής μου.
Μεγάλο ήτανε το κομμάτι της μαγιάς.
Δεν πρόφτασα να το αλλάξω.
Φούσκωσε το ζυμάρι. Τεράστιο έγινε.

Ακούραστα τα χέρια. Πώς να τα σταματήσω;
Μ' απειλούν.
Ξέρουν πώς ν' απλώσουν τη ζύμη μέχρι να μ' εξοντώσει.
Από μέσα μου ύπουλα ξεκίνησαν μέχρι να πιάσουν το έξω.
Ναι. Με ξεγελούσα.
Όταν μεγάλα κομμάτια καταβρόχθιζα
την ώρα τούτη ν' αναβάλλω.
Μα έφτασε.
Κι εξαντλημένη με βρήκε.
Ουρλιάζοντας προσπαθώ ν' αντισταθώ.
Το δίλημμα να ξεχύσω να πλημμυρίσει τα υλικά.
Να τα πνίξει.
Μα ακούω. Ακούω τις φωνές.
Βλέπω. Βλέπω άλλα χέρια να υψώνονται.
Φωνές.
Βοήθεια φωνάζουν.
Τι να κάνω;
Πώς; Πώς ν' ανακαλύψω προς τα πoύ γέρνει η αλήθεια;
Υπάρχει αλήθεια;
Μη. Μη με κατηγορήσετε.
Θα εξευτελιστώ το ξέρω.
Ξεχειλωμένη χωρίς σχήμα θα βγω.

Απ' όλα τα χέρια που με ζύμωσαν.
Η μοναδική μου νίκη.

Εκείνη τη φόρμα την έφτυσα.


Photo: www.visualparadox.com

2.4.07

Ζήσε τη ζωή σου και μην ακούς κανέναν




''Ζήσε τη ζωή σου και μην ακούς κανέναν''.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα από σένα.
Μ' ένα βιαστικό σημείωμα χάθηκες,
"δε φταίει κανείς''.
Πόσα τρομαγμένα πουλιά πετάχτηκαν στο βλέμμα σου;
Πόσες αλήθειες που δεν έμαθε κανείς;
Ποια τρέλα σε φυγάδευσε σ΄ αλλιώτικα κελιά;
Κι οι άλλοι είπαν "αντράκι'' ήσουν τελικά.

"Ζήσε τη ζωή σου και μην ακούς κανέναν"




Τα μάτια σου ανταριασμένες θάλασσες
που άφριζαν κατάματα τη θλίψη...

Κι εγώ εννιά χρόνια και σήμερα
ψάχνω τα κύματά σου...
Στιγμή μη σε ξεχάσω και χαθείς
Κάθε μέρα ταξιδεύω προς τα κει.
Πατέρα μου ζεις;;;
Κάθε μέρα ζω τη ζωή μου ακούγοντας εσένα.
Αντλώντας τ΄ αποθέματα που δε στερεύουνε ποτέ...
Γατί με γέμισες αγάπη και ψυχή και καλοσύνη.
Επειδή έτσι ήσουνα εσύ.
Πατέρα μου ζεις.

Οι μυγδαλιές

Φλεβάρης κι ανθίζουν οι μυγδαλιές.
Απλώνει η ψυχή μου αχλή στο δρόμο
που περπατώ…
Σκεπάζει τα βήματα και τις εικόνες,
αφήνοντας μόνο τις μυγδαλιές…
Άνοιξης προαναγγελία…φυσική…
Σπαρμένη στα τσιμέντα.
Σαν τη τσιμεντένια ζωή μας.
Αγριολούλουδο η ψυχή μας
Θέλει να το σκίσει… να πεταχτεί…
Ξεσκισμένο λουλούδι σε σκαμμένους δρόμους.
Μα εγώ κοιτώ τις μυγδαλιές.
Όχι γιατί ναι όμορφες.
Μα γιατί θάνατο κυοφορούν.

Κι εκεί…

Δίπλα στο μνήμα σου μια μυγδαλιά
Τρέφεται απ’ τα θρυμματισμένα σου κόκαλα.
Απέναντι ακριβώς, ψηλά στο λόφο
σε κοιτά η άλλη που της άφησες τη ζωή σου…
Τροφή στην ελπίδα.
Θανάτου αγγελία… φυσική.

Κάθε που κοιτώ τις μυγδαλιές
βλέπω ανθοστολισμένα
μνήματα…

22.3.07

Στον τελευταίο σου χρωματισμό


Περπατώ στο δρόμο που κάποτε κρυφά σε συναντούσα.
Μπροστά μου προβάλλει το εκκλησάκι.
Σαν άγια μνήμη κρεμιέται πάνω στη στροφή
και φυλάει στην αυλή του όλους τους έρωτες
που πρωτόλειοι στο χώμα του φιληθήκανε.
Οι χτύποι της καρδιάς μου συντονίζουνται.
Άτακτα βουίζουν τους θορύβους της σιωπής.
Τι γλυκό αεράκι που φυσάει!
Νιώθω την ανάσα του να μου ψιθυρίζει.
Σςςςςςς.
Κόπιασε κι εσύ.
Ξανά θα νιώσεις όπως τότε, που ήσουνα μικρή.
Και τούτα τα δέντρα.
Χρόνια ακροβατούν σ΄ένα γκρεμό.
Απλώνουνε τις ρίζες τους βαθιά στα
πετραδάκια της αγάπης και καρπίζουνε.
Σκορπούν αιώνια τα φύλλα της αθωότητας
που πήρανε.
Και τα κλαδιά τους κρέμουνται μαγεμένα
απ' το κάλεσμα του κενού.
Σςςςςςςςς!
Δες τον ήλιο που ξαπλώνει
στ' απέναντι βουνά.
Κάποτε λέγαμε θα ζήσουμε
στον τελευταίο του χρωματισμό
πριν εξαφανιστεί.
Μεταξύ δύσης κι εμφάνισης σκοταδιού.
Κάθε απόγευμα. Θα ζούμε.
Κάθε βράδυ. Θα πεθαίνουμε.
Πού είσαι τώρα εσύ; Ζεις;
Εγώ απόμεινα σε κείνα τα βράδια.
Πες μου πως τίποτα απ' το τώρα
δεν είν' αληθινό.
Λευτέρωσέ με.
Σε κείνο το πέρασμα,
στον τελευταίο σου χρωματισμό
σε περίμενα να ρθεις.

16.3.07

Πατώ στη γη...

Πατώ στη γη …
Ζώο ημερωμένο μαρμαρωμένων γητευτών.
Γρατζουνίζω τη μορφή τους ψάχνοντας τροφή.
Πεινάω μα δεν τους καταστρέφω.
Στρέφω τα δόντια και τρώω τη δική μου σάρκα.
Πατώ στη γη…
Απογυμνώνομαι με τρόμο μα χωρίς ντροπή σε μια σελίδα
που δεν ξέρω αν τσακίζεις, σκίζεις ή απλά την προσπερνάς.
Μια σελίδα που ερμηνεύεται αργότερα κατά το «πως ήρθαν τα γεγονότα».
Πατώ στη γη…
Άλλοτε ελαφριά να μην ταράζω τα πουλιά, άλλοτε άγαρμπα,
άλλοτε βαριά τα βήματά μου πληγώνουνε το χώμα.
Ξαφνικά τρέχω σαν αγριεμένη γαζέλα, λαχανιάζω και σκοντάφτω
μα... πάλι σηκώνομαι και τρέχω.
Ολάκερη η ζωή μου κρέμεται από τούτο το τρεχαλητό.

Πατώ στη γη…
Ιχνηλατώντας σ’ ερμηνεύω.
Δεν κρύβεις τα ίχνη σου, δεν τα σκεπάζεις, δεν τα καλύπτεις.
Η λογική μου ψάχνει τις παγίδες, το ένστικτο με οδηγεί μπροστά.
Πατώ στη γη.
Λαγουδάκι που όλο χοροπηδά. Κι εκείνο τρέχει. Πάλι τρέχει. Με τεντωμένα αυτιά.
Κι έρχεσαι εσύ, ανάβεις τους προβολείς.
Κοκαλώνω… Μαρμαρωμένη στέκω... Συγκλονίζομαι ολόκληρη.
Μαγνητισμένη παραδίνομαι. Σε κοιτώ με γουρλωμένα μάτια κι εσύ…
σβήνεις τους προβολείς.

Και τότε…
Τότε.
Φεύγω ψηλά παρασύροντας μαζί μου τη γη.
Γυρίζουμε μαζί σε μια δίνη γαλαξιακή που όλα τα ανατρέπει.
Τότε…
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο.
Δε με νοιάζει τίποτα άλλο.
Ολάκερη η ζωή μου δίνεται σε τούτο το πέταγμα.
Εύκολο είναι να πετάει το πουλί. Λεύτερο.
Εύκολο είναι να ταξιδεύει η σκέψη παρέα με την ψυχή.
Μα εγώ πετώ με τη γη δεμένη στα πόδια μου.
Εκείνη με τραβάει προς τα κάτω κι εγώ αδιαφορώ για την κοσμοχαλασιά.
Με γνώση.
Πιο εύκολο είναι ν’ αγαπάς όταν σ’ αγαπούν.
Εύκολο είναι να αφήνεσαι όταν βρίσκεις αυτό που ζητάς.
Μα εγώ αγαπώ ψάχνοντας.
Ανιχνεύω, ερμηνεύω, κρίνω μα δεν κατακρίνω, τρέχω μα γυρίζω πίσω.
Κι αφήνομαι.
Με γνώση.

Ίσως κάποτε με δεις να πετάω. Ίσως όχι.
Ίσως κάποτε συναντηθούν οι τροχιές μας. Ίσως όχι.
Στο μεταξύ…
Ξέχασες να σβήσεις τους πίσω προβολείς.

13.3.07

Παραίτηση


Πάλι πρωί. Με βλέφαρα ανοιχτά.
Να κλείσουν αρνούνται.
Να ξορκίσουν το κακό.


Στροβιλίζομαι με πανικό.
Πού; Πού είσαι; Πώς θα σε βρω;

Πάλι πρωί.
Γκρίζες τρίχες στα μαλλιά μου μετρούνε
τα χρόνια που γέρασα χθες βράδυ.
Πόνος το κορμί μου πια δεν το ταράζει.
Μουδιασμένη η καρδιά σαν το μυαλό.
Παραίτηση. Η θλίψη μου φωνάζει.

Κενή.
Ο Μορφέας μου αρνείται την αγκαλιά του.
Τι με νοιάζει αν πάλι ξημερώνει.
Εδώ ο χρόνος δεν έχει πια αξία.
Τα στρογγυλά δισκία δε φέρνουν υπνηλία.
Ψέματα μου είπανε κι αυτά.
Μα δεν έχει σημασία.
Ο ύπνος εδώ δεν έχει αξία.

Μόνο αυτός ο κόμπος.
Να φύγει Θε μου αυτός ο κόμπος
που μου κρατάει τον αέρα!
Με σφίγγει, μου παγιδεύει την ανάσα.
Στην αγκαλιά σου έσβησα.
Ηρέμησα.


12.3.07

Αστεροτρόπιο

Κοιτώ τ’ αστέρια μα βλέπω το παρελθόν τους.
Αν ανήκεις σ’ εκείνο τ’ αστέρι δε σε βλέπω όπως είσαι σήμερα.
Μα αν η ψυχή σου είναι εκεί...
Εκεί! Εκεί ν’ ανήκεις....
Να τη βλέπω να λάμπει μέσα στο σκοτάδι.
Ν’ αντικατοπτρίζεται μέσα απ’ τα δικά μου μάτια να την κοιτάς κι εσύ.
Να μην ξεχνάς.
Τι βλέπω κάθε νύχτα και σ’ αγαπώ μάτια μου ακριβά.
Κάθε νύχτα σαν να 'ναι η πρώτη μου φορά.
Όπως κι αυτή η παραδοχή.
Σςςςς.... μη μιλάς.
Τίποτα δε ζητώ.
Μεταμορφώθηκα σ' αστεροτρόπιο μόνο για να σε βλέπω. Είδες; Όμορφο δεν είναι;
Ένα λουλούδι που γεννήθηκε για σένα.
Ανήκει σε σένα.
Για πόσο;
Δεν έχουν χρόνο οι ψυχές σαν συναντιούνται.
Ούτε τόπο.
Μόνο κυλάνε...πετάνε... κι ανοιγοκλείνουν.
Φτερά και πέταλα.