3.10.07

Κάποτε σταματούνε οι φωνές


Κάποτε σταματούνε οι φωνές.
Μανταλοκλειδώνουνε τα υστερικά περάσματα
από τις χορδές.
Καμπανιστός ο ήχος του ατσάλινου ρόπτρου τους
όσο απελπισμένα κι αν χτυπά
με βεβιασμένες κινήσεις
άγριες
απελπισμένου ζώου
κανείς το μάνταλο δεν αγγίζει.
Ακούς με φόβο μα δεν ανοίγεις.
Νιώθεις το θυμό του μα δεν ζαρώνεις.
Έτσι σταματούνε οι φωνές.
Τις κλειδώνεις από μέσα ώσπου να εξαντληθούν.
Ο απόηχος του ρόγχου
όχι του επιθανάτιου, όχι,
της γέννησης σαλεύει και σταματά.
Αιώνια μωρό που δε μιλά
ουρλιάζει μόνο.


Μην απασφαλίσεις το μάνταλο.
Μη δροσίσεις τις χορδές.
Μόνο έρημους κόκκους άμμου
που σχηματίζουν θύελλα κέρασέ τες.
Άμμο
Θύελλα
Δίψα.
Διψασμένη αμμοθύελλα σε καταπίνει.



Αφιερωμένο στον anthrakoryxo

Πού πάει η αγάπη όταν φεύγει;


Ποιος,
ποιος μπορεί
να μου πει
πού πάει η αγάπη
όταν φεύγει;

11.9.07

Ε, όχι μαζόχα και με τίτλο

Σώμα μου
Σταμάτα να μου μιλάς.
Το ξέρω το δίκιο σου.
Τόσα χρόνια σε τιμωρώ
για εγκλήματα που δεν έκανες ποτέ.
Ανυπεράσπιστο σ’ άφησα
σε μυτερά παπούτσια που μπήχτηκαν
στις πληγές σου
σε δάχτυλα μέγγενη που ’σφιξαν το λαιμό σου
-ναι, το ξερα πως ποθούσαν το χαμό σου-
σ’ έδωσα βορά σε καταχρήσεις
σ’ άφηνα με μάτια ανοιχτά
ώρες που ’πρεπε να ναι σφαλισμένα
κλοτσηδόν σ’ έσπρωχνα να βρω τα όριά σου
για λίγο σ’ άφηνα να ξεκουραστείς
μέχρι ξανά να τα τεντώσω
κι αμίλητη να σε κλωτσάω πάλι να τα ξεπερνάς.

Ναι. Καταλαβαίνω την αγανάκτησή σου.
Μ’ αγαπάς όσο δε σ’ αγάπησα ποτέ
ήπια διαμαρτύρεσαι στην τιμωρία σου
σα να ’ξερες πω ήσουνα θυσία
για να σωθεί η ψυχή μου.
Τώρα σ’ ακούω που μου μιλάς.
Μ’ ακόμα δε μπορώ να με προστάζεις.
Αβάσταχτη μου ναι η προσταγή αγάπης.
Δεν έμαθα βλέπεις να μένω σ’ ό,τι μου προσφέρεται.
Ούτε διεκδικώ αυτό που χάνεται.
Δεν κυνηγώ αυτό που θέλω
ανοίγω μόνο σ’ ό,τι έρχεται.
Γι’ αυτό σου λέω.
Μη με προστάζεις.
Κλείσε μόνο από μέσα την πόρτα σ’ ό,τι θα ’ρθει.
Νιώσε την ορφάνια σου.
Ώσπου να γίνω δυνατή να σε υιοθετήσω
σαν νιώσω την ανάγκη να γίνω μάνα.
Μ’ ακούς; Την πόρτα κλείσε.
Μη μ’ αφήσεις να ψάξω το κλειδί.
Κρύψε το καλά.
Αν το βρω, στο λέω, θα σ’ αποτελειώσω.
Ναι. Εσύ καλά το ξέρεις.
Δε θέλω πια να γίνω μάνα.

7/5/2007

5.9.07

τ' αστρογονικό μου

Δε θυμάμαι αλήθεια σε ποια χιλιοπατημένα χαλίκια
έχασα τη σκόνη μου…
Κάπου σ’ εκείνες τις πατημασιές διαλύθηκαν και μ’ εγκατέλειψαν
Ανέβηκαν ξανά στο σύμπαν
σ’ εκείνο τα’ άστρο που κάποτε ήταν δικό μου
φτιαγμένο απ’ την ψυχόσκονη του σώματός μου.
Και κρύφτηκε.

Αλήθεια, δεν ήξερα γιατί μόνο νύχτα ζούσα…

Άγρυπνη πολλά βράδια κοίταζα τον ουρανό
Χωρίς να ξέρω τι ψάχνω…
Μόνο που νιωθα πως κάτι έλλειπε.
Όλες οι νύχτες συννεφιασμένες, ομιχλώδεις…

Τότε άρχισα ν’ ανοίγω διαδρόμους.
Αστεροδρόμια που φεγγαν.
Όλα αδιέξοδα.
Εκείνα μ’ οδηγούσαν
και με ξανάστελναν με βία πίσω.
Όλο και πιο κάτω.
Πιο κάτω… κι άλλο…

Τι ανεμογκάζια πάτησα
τι ψυχοπυραύλους εκτόξευσα
μ’ ενισχυμένους ψυχοανιχνευτές…
γύρισα στ΄απλά.
Έφτιαξα ένα τσίρκο με μόνη παράσταση
κάτι ελατήρια που μ’ εκσφενδόνιζαν ψηλά.
Πονούσαν με οι κουτουλιές.
Θλίψη κυρίεψε το άστρο μου γιατί δεν το ’βλεπα.
Δεν ξέρω αλήθεια ποιος σκέφτηκε τους μαγνήτες.
Τους ένιωσα να με τραβούν.

Σε λίγο…
σ΄ εκείνο το λίγο που ναι πολύ…
ένα άστρο έπεσε με φόρα διαλυμένο…

Η αστερόσκονή του με πλημμύρισε
στέγνωσε το αίμα που ’ταν χυμένο.
Ναι. Η δική μου ψυχόσκονη.
Τ΄ αστρογονικό μου…
Ξαναγίναμε ένα…

22.8.07

Τα ξύλα και η άγκυρα

Δεν ξέρω ποιος άτιμος
-καλά ανόητος-
αποφάσισε να με ανακαινίσει.
Μια χαρά φθαρμένη
κουκέτα ήμουν
σ΄ ένα σαπιοκάραβο που ’βρισκαν ένα κρεβάτι
κάτι άστεγοι αλήτες.
Τέτοιο παλιοσκαρί που ήταν
άφηνε όλους τους ανέμους να μ’ αλλάζουν
όλα τα κύματα να με ποτίζουν
κι η φθορά ήταν μόνο οι αναμνήσεις.

Κάθε μπίρα που έτρεχε από το στόμα τους
-εκείνων των άστεγων με τα σορτσάκια, τα σανδάλια
και τα πόδια ψηλά για να την ακούν καλύτερα-
μ’ ανακάτευε και ξέρναγε τα μυστικά μου.
Μα οι αλήτες δε μιλάνε.
Πίνουν και καπνίζουν.
Χτυπήσανε μόνο ένα τατού.
Μια άγκυρα.
Το μοναδικό που δεν άλλαξαν σ’ εκείνο το σαπιοκάραβο
ήταν τα ξύλα που με είχαν διαχωρίσει.
Κάτω απ’ το λούστρο είναι ακόμα
οι νοτισμένες ιστορίες.
Τα ξύλα και η άγκυρα.
Τα δεκανίκια κι η ασφάλεια.
Η σχεδία και το «βίρα τις άγκυρες».


Ό,τι ψάχνει κανείς το βρίσκει
γιατί απλά έχει ξεχάσει πως ήδη το έχει.

Και καλά.
Δε με πειράζει η ανακαίνιση.
Μα να.
Πιο πολλές αλλαγές έζησα μ’ εκείνα τα αλητάκια
παρά με τους ταξιδιώτες.
Κι ας με φυσούνε οι ανέμοι σε κυμάτων κινήσεις
κι όχι σε ναυπηγείο.

Ευτυχώς που έχω την άγκυρα.

23.7.07

Καμένη γη

Κοίτα με.
Κοίτα πώς εξαϋλώνομαι.
Κοίτα πώς χάνομαι μέσα μου.
Πώς γίνομαι ολόκληρη ψυχή.
Κοίτα με.
Κοίτα πώς γίνομαι φυγή.
Να περιδιαβαίνω τ’ απάτητα
μονοπάτια του μυαλού σου
να κραδαίνω τ’ απόκοσμα σημεία
της σιωπής σου.
Κοίτα με.
Κοίτα πώς γίνομαι εσύ.
Μέσα απ’ τις σκέψεις που τέμνονται.
Μέσα απ’ την ηδονή που λιώνει
τ’ αρχέγονα κορμιά μας.
Κοίτα με.
Κοίτα πώς είσαι εσύ.
Ασίγαστος πόθος, αγάπη γυμνή.
Λυτρωμένα από έρωτα.
Κοίτα με πώς γίνομαι φωτιά.
Πώς καίω τα όνειρά σου.
Πως τα κάνω στάχτη μαζί με το κορμί σου.
Κοίτα πως γίνομαι αγέρας
Πως παρασύρω τα όνειρά σου
Πώς σκορπίζω τις στάχτες σου.
Κοίτα πώς γίνεται ολόκληρος ο κόσμος εσύ.
Καμένη γη.

28.6.07

Τ' ακοίμητα παιδιά της θλίψης

Παραδίνομαι στ’ ακοίμητα παιδιά της θλίψης.
Στην άφατη εμμονή μιας ατίθασης λήψης.
Εκείνης που εκπνέει, αναστενάζει
βρυχάται κι όλο με βουλιάζει.
Ακούραστος δέκτης
γίνομαι…
Κι ύστερα εκπέμπω…
στραπατσαρισμένα σεντόνια
πεταμένα στο πάτωμα
χελωνίσια πατήματα ως το μπάνιο
Αργά, πολύ αργά…
Κενό, κενό…
Πολύς ο πόνος στο κενό.
Φωνές που τυπώνονται στο μαύρο μου ρούχο
με μαύρο μελάνι
και ουρλιάζουν ολόμαυρες σκιές…
στο κολλημένο πάνω μου ρούχο.
Οι δικές μου τρελαμένες φωνές.
Των άλλων δεν τις αντέχω.
Όχι, όχι.
Δεν πάω πουθενά απόψε.
Λυγίζω, λυγίζω στο πουθενά.
Αφέθηκα μάτια μου
Αφέθηκα στη γλυκιά ανυπαρξία
στην αυτοκαταστροφή των πάντων
ακόμα και της αγάπης.
Δεν αγαπώ. Κανέναν δεν αγαπώ.
Έτσι έλεγε κάποτε κι εκείνος.
Ούτε το μικρό μου δεν αγαπώ.
Είμαι ένας άχρηστος.
Τώρα; Τώρα ξέρω.
Είμαι ολόιδια εσύ.
Το ένιωθα. Τώρα το ζω.
Το ζω που να πάρει!
Τ’ αφήνω να με ροκανίζει
δέρμα σκαμμένο
οι κόγχες θλιμμένου κλόουν
τα νύχια, τα δόντια από κίτρινα μαύρα.
Μόνο ο καπνός του τσιγάρου μου αρμενίζει…

Καπνός και στάχτη το ταξίδι μου.
Δεν περισσεύει ούτε ένας αξιοπρεπής θάνατος.
Ούτε καν ένα ξημέρωμα
για τ’ ακοίμητα παιδιά...

21.6.07

Η εικόνα σου


Διάφανη ψυχή,
σαν κρύσταλλο τη διαπερνάει το φως
και διαθλάται σε χρώματα ουράνιου τόξου.
Κλαμένη καρδιά γεμάτη σταγόνες νερού
έτοιμη να φαγωθεί...
Ζωή κάκτος.
Γεμάτη αγκάθια και χυμούς.
Έτσι σε βλέπω.
Έτσι μ' αρέσεις.
Έτσι σ' αγαπάω.
Έχει σημασία;
Έχει.
Για να σ' αγαπήσω θέλω να σε καταλάβω.
Για να σε καταλάβω πρέπει να σε
μετατρέψω σε εικόνα.
Τελικά αγαπάω εσένα ή την εικόνα σου;
Έχει σημασία;
Έχει. Για σένα.
Πόσα δισεκατομμύρια εικόνες υπάρχουν;
Πώς να διαλέξω αυτή που πραγματικά είσαι εσύ;
Μέχρι να τη βρω...
Έτσι σε βλέπω.
Έτσι μ' αρέσεις.
Έτσι σ' αγαπάω.
Αύριο ίσως όχι.
Αύριο ίσως να την αλλάξω...
ή να βρω την αληθινή σου...
Τότε ίσως σε αγαπήσω αληθινά.

5.6.07

Κι ύστερα ήρθαν


Κι ύστερα ήρθαν οι χαρές.
Μικρές χαρές που κάθισαν στον καναπέ μου,
κεράστηκαν απ' το ποτό της θλίψης μου,
τραγούδησαν τον πόνο της ψυχής μου
κι αντάμωσαν την προσευχή μου.

Μ' άφησαν μόνη ξανά.
Μα η ανάμνησή τους με γέμισε μελωδίες
που ακουγόντουσαν στον αέρα
και σκόρπιζαν τη μοναξιά μου.

Κι ύστερα ήρθαν οι λύπες.
Κοντοστάθηκαν για λίγο και με κοίταξαν.
Δεν άνοιξαν το στόμα τους.
Δεν έχει η λύπη φωνή μόνο μια διάφανη σιωπή
που αντιφεγγίζει το λιόγερμα μιας εποχής.

Κι ύστερα ήρθαν οι αδιάφορες μέρες.
Χωρίς μνήμη. Αδυνατώ να δω πού κρύφτηκαν.
Τις ψάχνω κάτω απ' το χαλί,
πίσω απ' το ψυγείο της ζωής μου.
Σκέφτηκα πως τελικά κρύβονται στον καταψύκτη.
Ληγμένες προ πολλού, ακατάλληλες για βρώση.

Κι ύστερα ήρθαν οι κραυγές.
Αλυχτούσανε μέσα μου κάθε νύχτα.
και κάθε πρωί.
Μα δεν τις άφηνα να βγουν.
Θέλησα με πάθος να πάψω να είμαι πολιτισμένη.
Αδυνατούσα.
Τις κέρασα συναυλίες σε ανοιχτά θέατρα,
τους χάρισα χορούς σ' υπόγεια μπαρ,
μα εκείνες θέριευαν.
Έβαλα την καλύτερη ηχομόνωση
και τις άφησα να αλητεύουν.

Κι ύστερα ήρθαν εκείνες οι μέρες.
Εκείνες που άμα εμφανιστούν
ακολουθούνε σαν σκιά όλες τις υπόλοιπες.
Κι είναι τόσο βαρύς ο ίσκιος τους
που γέρνουνε τα δέντρα της ψυχής
και ρίχνουνε τους καρπούς βασανισμένα.
Άμα καταφέρεις να τις περάσεις
χωρίς να αρρωστήσουν την ψυχή και το μυαλό.
Οι βίαιες μέρες.

Αλλά εσύ μην ανησυχείς ψυχή μου.
Έχεις τη δύναμη να μεταμορφώνεσαι.
Με κάθε ήχο, με κάθε μουσική, με κάθε έρωτα.
Με ένα βλέμμα, μια αγκαλιά, ένα άγγιγμα.
Υπόσχομαι ψυχή μου.
Μ' αυτά να σε ταΐζω. Για να σε σώνω απ' την αρχή.
Και κάθε φορά θα σου χαρίζω ένα κομμάτι γέλιου
που έστειλα στον ήλιο να μου φυλά από παιδί.
Κι ύστερα ήρθαν οι χαρές.

1.6.07

Για την ΑΜΑΛΙΑ



Τίτλος post / e-mail:



"ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ"



(προτεινόμενα banners)

Κείμενο:
«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.»
(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)
«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»
(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.
Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση
http://fakellaki.blogspot.com/, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.
«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:
«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:
* ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.
* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.


Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
φακελάκι
http://fakellaki.blogspot.com/
yperoptix
http://yperoptix.blogspot.com/
krogias
http://krogias.blogspot.com/
arkoudos
http://arkoudos.com/
για την Αμαλία
http://giatinamalia-blog.blogspot.com/

14.5.07

Γιατί αν είσαι...

Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι αυτός που φαντάζομαι.
Γιατί αν είσαι...
Θα 'σαι δυνατή φωτιά που δε θα με ζεστάνει.
Θα με κάψει...
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι αυτός που ονειρεύομαι.
Γιατί αν είσαι...
Θα 'σαι αητόπουλο που το τουφέκισε η θλίψη
κι αργοπεθαίνει.
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι όπως σε κρίνω.
Γιατί αν είσαι...
Είσαι ορμή που βύζαξε δαγκώνοντας τη σκέψη
κι έχει ματώσει.
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι όσο σε θέλω.
Γιατί αν είσαι...
Θα 'σαι τυφώνας στο μάτι του κυκλώνα
Θα με σαρώσει.
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι αυτός που θ' αγαπήσω.
Γιατί αν είσαι...


Είσαι το χέρι που διακόπτει τ' οξυγόνο της ψυχής σου
να μη βρωμίζει...
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι αυτός που είσαι.
Γιατί αν είσαι...
Θα είσαι ό,τι φαντάστηκα, αυτό που ονειρεύτηκα,
όσα σε έκρινα, όσο σε ήθελα κι ό,τι αγάπησα.

Γιατί αν είμαι εγώ...
το άλλο σου μισό

θέλω να είσαι αυτός που είσαι
.

7.5.07

Σαν απαντώ

Μη με σταματάς.
Πάνω που άρχισα ν' ανοίγομαι.
Στα βάθη της σκέψης μου ζαλίζομαι.
Δεν ξέρω ακόμα τι υπάρχει.
Ποια μυρωδιά, ποια λέξη τ' ανεβάζει,
ποιο μείγμα τα μεταλλάσσει
σαν απαντώ,
ένα ελαφρύ ανατρίχιασμα,
διστακτικού φιλιού μειδίαμα.
Κι ύστερα;
Κι ύστερα βροχή.
Όλα τα παρασέρνει.
Στο χείμαρρο αφήνομαι.
Ανάλαφρα με φέρνει,
αβίαστα μ' αποθέτει,
στ' ακρογιάλι.
Γλιστρώ και κρύβομαι στο κέλυφος
εκείνης που ξεγελάστηκε και βγήκε.
Παραμονεύω.
Θα βουτήξω; Θα μείνω;
Μη με σταματάς.
Εκεί σε περίμενα.
Να βουτήξω ήθελα,
στο βυθό της να στροβιλίζομαι,
ξανά να ανεβαίνω!
Με τ' άκουσμά σου, μια λέξη σου.
Σιωπή; Νοηματική των δαχτύλων σου;
Δεν έμαθα να βλέπω.
Ν' ακούω μόνο, χαμένη είμαι!
Μη με σταματάς.
Με βλέπεις; Εκεί θα μείνω.
Στο κέλυφος το σάπιο που βρήκες.
Δε θα με βρεις ξανά
αν με σταματήσεις.
Συρρικνώνομαι.
Να μου μιλήσεις.
Δε βλέπω πια, ακούω μόνο.
Βλέπεις εσύ μα δε μιλάς.
Σιωπώ κι εγώ...

13-2-2006

2.5.07

Να πιάσουμε το Μάη

Τα βλέφαρα κλειστά, γυρνοβολάει το σώμα
στο μονό κρεβάτι.
Η καρδιά χτυπάει δυνατά μ' αργεί να ξημερώσει.
Πού να κλείσω μάτι, πώς να κοιμηθώ
Σα ν' άκουσα αεράκι να σηκώνει...
Θα βρέξει;
Θεούλη μου σε παρακαλώ... σφάλισε τον ουρανό!
Νυχοπατώντας βγαίνω στην αυλή.
Σα να 'πιασε κρύο.
Ξαναγυρνώ στο κρεβάτι μου.
"
Πώς μπορείς εσύ να κοιμάσαι;
Ξύπνα! Θα βρέξει...
Δε θα πιάσουμε το Μάη...
Κι η μάνα μας ξενύχτησε το βράδυ
να ετοιμάσει όλα τούτα
"...
Κλείνει τα μάτια και ξανακοιμάται.
Όταν ξημέρωσε μάλλον κοιμήθηκα κι εγώ.
Κανείς δε μας ξύπνησε το πρωί...
Βρέχει.
"Ε και; Έλα μπαμπά, σε λίγο θα σταματήσει.
Του μίλησα εγώ του Θεού, θα δεις!"

Η γειτονιά στο πόδι.
Κάποιοι τολμηροί ήδη κατεβαίνουν
να πιάσουν τα χωράφια.
Γεμάτες οι καρότσες με παιδιά...
Έφτασε δώδεκα για να βγει ο ήλιος.
που στέγνωσε τα δάκρυά μας
κι αναγάλλιασε την καρδούλα μας.
Τρία αυτοκίνητα τελικά κατηφορίσαμε.
Μ' απαντήσαμε κι άλλους κει δα.
Στενάξανε οι ελιές απ' τα τραγούδια.
Λύγισαν τα κλαδιά απ' τις αυτοσχέδιες κούνιες...
Και παιχνίδια... Ποιος είν' ο δολοφόνος...
Ένας - ένας πέφταμε ξεροί απ' τον αητομάτη...
Μύρισε ο τόπος κάρβουνο και κρασί...
Πίναμε κι εμείς κλεφτά απ' το άγρυπνο βλέμμα της μαμάς...
Γελούσανε οι μπαρμπάδες απ' τη σκανταλιά
κάτω απ' τα μουστάκια τους...
"Δεν ήκαμες αγόρια Γιώργη, μα δε σου χρειάζουνται θαρρώ!"
Κοντά οι θειάδες να πλέκουν όμορφα
τα στεφάνια
με τα λουλούδια που μαζεύαμε σα μελισσάκια τριγύρω...
Τρυπιόμασταν κι εμείς με τις βελόνες...
Μας αφήσανε να μείνουμε και με τα κοντομάνικα.
Εμείς καλά περάσαμε. Ξεσαλώσαμε.
Κι οι μεγάλοι... γελάσανε κι αυτοί.


Δε μίλησε κανείς για αίμα που χύθηκε...
Το μάθαμε αργότερα.
Κι αλλάξανε οι μυρωδιές του Μαγιού.



28/4/2006