
Διάφανη ψυχή,
σαν κρύσταλλο τη διαπερνάει το φως
και διαθλάται σε χρώματα ουράνιου τόξου.
Κλαμένη καρδιά γεμάτη σταγόνες νερού
έτοιμη να φαγωθεί...
Ζωή κάκτος.
Γεμάτη αγκάθια και χυμούς.
Έτσι σε βλέπω.
Έτσι μ' αρέσεις.
Έτσι σ' αγαπάω.
Έχει σημασία;
Έχει.
Για να σ' αγαπήσω θέλω να σε καταλάβω.
Για να σε καταλάβω πρέπει να σε
μετατρέψω σε εικόνα.
Τελικά αγαπάω εσένα ή την εικόνα σου;
Έχει σημασία;
Έχει. Για σένα.
Πόσα δισεκατομμύρια εικόνες υπάρχουν;
Πώς να διαλέξω αυτή που πραγματικά είσαι εσύ;
Μέχρι να τη βρω...
Έτσι σε βλέπω.
Έτσι μ' αρέσεις.
Έτσι σ' αγαπάω.
Αύριο ίσως όχι.
Αύριο ίσως να την αλλάξω...
ή να βρω την αληθινή σου...
Τότε ίσως σε αγαπήσω αληθινά.
Κι ύστερα ήρθαν οι χαρές.
Μικρές χαρές που κάθισαν στον καναπέ μου,
κεράστηκαν απ' το ποτό της θλίψης μου,
τραγούδησαν τον πόνο της ψυχής μου
κι αντάμωσαν την προσευχή μου.
Μ' άφησαν μόνη ξανά.
Μα η ανάμνησή τους με γέμισε μελωδίες
που ακουγόντουσαν στον αέρα
και σκόρπιζαν τη μοναξιά μου.
Κι ύστερα ήρθαν οι λύπες.
Κοντοστάθηκαν για λίγο και με κοίταξαν.
Δεν άνοιξαν το στόμα τους.
Δεν έχει η λύπη φωνή μόνο μια διάφανη σιωπή
που αντιφεγγίζει το λιόγερμα μιας εποχής.
Κι ύστερα ήρθαν οι αδιάφορες μέρες.
Χωρίς μνήμη. Αδυνατώ να δω πού κρύφτηκαν.
Τις ψάχνω κάτω απ' το χαλί,
πίσω απ' το ψυγείο της ζωής μου.
Σκέφτηκα πως τελικά κρύβονται στον καταψύκτη.
Ληγμένες προ πολλού, ακατάλληλες για βρώση.
Κι ύστερα ήρθαν οι κραυγές.
Αλυχτούσανε μέσα μου κάθε νύχτα.
και κάθε πρωί.
Μα δεν τις άφηνα να βγουν.
Θέλησα με πάθος να πάψω να είμαι πολιτισμένη.
Αδυνατούσα.
Τις κέρασα συναυλίες σε ανοιχτά θέατρα,
τους χάρισα χορούς σ' υπόγεια μπαρ,
μα εκείνες θέριευαν.
Έβαλα την καλύτερη ηχομόνωση
και τις άφησα να αλητεύουν.
Κι ύστερα ήρθαν εκείνες οι μέρες.
Εκείνες που άμα εμφανιστούν
ακολουθούνε σαν σκιά όλες τις υπόλοιπες.
Κι είναι τόσο βαρύς ο ίσκιος τους
που γέρνουνε τα δέντρα της ψυχής
και ρίχνουνε τους καρπούς βασανισμένα.
Άμα καταφέρεις να τις περάσεις
χωρίς να αρρωστήσουν την ψυχή και το μυαλό.
Οι βίαιες μέρες.
Αλλά εσύ μην ανησυχείς ψυχή μου.
Έχεις τη δύναμη να μεταμορφώνεσαι.
Με κάθε ήχο, με κάθε μουσική, με κάθε έρωτα.
Με ένα βλέμμα, μια αγκαλιά, ένα άγγιγμα.
Υπόσχομαι ψυχή μου.
Μ' αυτά να σε ταΐζω. Για να σε σώνω απ' την αρχή.
Και κάθε φορά θα σου χαρίζω ένα κομμάτι γέλιου
που έστειλα στον ήλιο να μου φυλά από παιδί.
Κι ύστερα ήρθαν οι χαρές.

Τίτλος post / e-mail:
"ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ"
(προτεινόμενα banners)
Κείμενο:
«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.»
(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)
«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»
(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)
Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.
Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.
Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.
Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com/, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.
«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»
(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:
«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:
* ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ
* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.
* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.
* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ
* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ
ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.
Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
φακελάκι http://fakellaki.blogspot.com/
yperoptix http://yperoptix.blogspot.com/
krogias http://krogias.blogspot.com/
arkoudos http://arkoudos.com/
για την Αμαλία http://giatinamalia-blog.blogspot.com/
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι αυτός που φαντάζομαι.
Γιατί αν είσαι...
Θα 'σαι δυνατή φωτιά που δε θα με ζεστάνει.
Θα με κάψει...
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι αυτός που ονειρεύομαι.
Γιατί αν είσαι...
Θα 'σαι αητόπουλο που το τουφέκισε η θλίψη
κι αργοπεθαίνει.
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι όπως σε κρίνω.
Γιατί αν είσαι...
Είσαι ορμή που βύζαξε δαγκώνοντας τη σκέψη
κι έχει ματώσει.
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι όσο σε θέλω.
Γιατί αν είσαι...
Θα 'σαι τυφώνας στο μάτι του κυκλώνα
Θα με σαρώσει.
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι αυτός που θ' αγαπήσω.
Γιατί αν είσαι...
Είσαι το χέρι που διακόπτει τ' οξυγόνο της ψυχής σου
να μη βρωμίζει...
Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι αυτός που είσαι.
Γιατί αν είσαι...
Θα είσαι ό,τι φαντάστηκα, αυτό που ονειρεύτηκα,
όσα σε έκρινα, όσο σε ήθελα κι ό,τι αγάπησα.
Γιατί αν είμαι εγώ...
το άλλο σου μισό
θέλω να είσαι αυτός που είσαι.
Μη με σταματάς.
Πάνω που άρχισα ν' ανοίγομαι.
Στα βάθη της σκέψης μου ζαλίζομαι.
Δεν ξέρω ακόμα τι υπάρχει.
Ποια μυρωδιά, ποια λέξη τ' ανεβάζει,
ποιο μείγμα τα μεταλλάσσει
σαν απαντώ,
ένα ελαφρύ ανατρίχιασμα,
διστακτικού φιλιού μειδίαμα.
Κι ύστερα;
Κι ύστερα βροχή.
Όλα τα παρασέρνει.
Στο χείμαρρο αφήνομαι.
Ανάλαφρα με φέρνει,
αβίαστα μ' αποθέτει,
στ' ακρογιάλι.
Γλιστρώ και κρύβομαι στο κέλυφος
εκείνης που ξεγελάστηκε και βγήκε.
Παραμονεύω.
Θα βουτήξω; Θα μείνω;
Μη με σταματάς.
Εκεί σε περίμενα.
Να βουτήξω ήθελα,
στο βυθό της να στροβιλίζομαι,
ξανά να ανεβαίνω!
Με τ' άκουσμά σου, μια λέξη σου.
Σιωπή; Νοηματική των δαχτύλων σου;
Δεν έμαθα να βλέπω.
Ν' ακούω μόνο, χαμένη είμαι!
Μη με σταματάς.
Με βλέπεις; Εκεί θα μείνω.
Στο κέλυφος το σάπιο που βρήκες.
Δε θα με βρεις ξανά
αν με σταματήσεις.
Συρρικνώνομαι.
Να μου μιλήσεις.
Δε βλέπω πια, ακούω μόνο.
Βλέπεις εσύ μα δε μιλάς.
Σιωπώ κι εγώ...
13-2-2006
Τα βλέφαρα κλειστά, γυρνοβολάει το σώμα
στο μονό κρεβάτι.
Η καρδιά χτυπάει δυνατά μ' αργεί να ξημερώσει.
Πού να κλείσω μάτι, πώς να κοιμηθώ
Σα ν' άκουσα αεράκι να σηκώνει...
Θα βρέξει;
Θεούλη μου σε παρακαλώ... σφάλισε τον ουρανό!
Νυχοπατώντας βγαίνω στην αυλή.
Σα να 'πιασε κρύο.
Ξαναγυρνώ στο κρεβάτι μου.
"Πώς μπορείς εσύ να κοιμάσαι;
Ξύπνα! Θα βρέξει...
Δε θα πιάσουμε το Μάη...
Κι η μάνα μας ξενύχτησε το βράδυ
να ετοιμάσει όλα τούτα"...
Κλείνει τα μάτια και ξανακοιμάται.
Όταν ξημέρωσε μάλλον κοιμήθηκα κι εγώ.
Κανείς δε μας ξύπνησε το πρωί...
Βρέχει.
"Ε και; Έλα μπαμπά, σε λίγο θα σταματήσει.
Του μίλησα εγώ του Θεού, θα δεις!"
Η γειτονιά στο πόδι.
Κάποιοι τολμηροί ήδη κατεβαίνουν
να πιάσουν τα χωράφια.
Γεμάτες οι καρότσες με παιδιά...
Έφτασε δώδεκα για να βγει ο ήλιος.
που στέγνωσε τα δάκρυά μας
κι αναγάλλιασε την καρδούλα μας.
Τρία αυτοκίνητα τελικά κατηφορίσαμε.
Μ' απαντήσαμε κι άλλους κει δα.
Στενάξανε οι ελιές απ' τα τραγούδια.
Λύγισαν τα κλαδιά απ' τις αυτοσχέδιες κούνιες...
Και παιχνίδια... Ποιος είν' ο δολοφόνος...
Ένας - ένας πέφταμε ξεροί απ' τον αητομάτη...
Μύρισε ο τόπος κάρβουνο και κρασί...
Πίναμε κι εμείς κλεφτά απ' το άγρυπνο βλέμμα της μαμάς...
Γελούσανε οι μπαρμπάδες απ' τη σκανταλιά
κάτω απ' τα μουστάκια τους...
"Δεν ήκαμες αγόρια Γιώργη, μα δε σου χρειάζουνται θαρρώ!"
Κοντά οι θειάδες να πλέκουν όμορφα
τα στεφάνια
με τα λουλούδια που μαζεύαμε σα μελισσάκια τριγύρω...
Τρυπιόμασταν κι εμείς με τις βελόνες...
Μας αφήσανε να μείνουμε και με τα κοντομάνικα.
Εμείς καλά περάσαμε. Ξεσαλώσαμε.
Κι οι μεγάλοι... γελάσανε κι αυτοί.
Δε μίλησε κανείς για αίμα που χύθηκε...
Το μάθαμε αργότερα.
Κι αλλάξανε οι μυρωδιές του Μαγιού.
28/4/2006
Θες κι εσύ να αγγίζεις το σώμα μου.
Όχι την ψυχή μου...
Μα άλλαξε το χρώμα μου
μια βουτιά στη ζωή σου.
Κι έρημη χώρα
μέσα μου τώρα.
Τώρα ο πόνος μοιάζει αρρωστημένο της αμαρτίας ψέμμα.
Τώρα ο ήλιος στέλνει ματωμένες αχτίδες και σβήνει.
Κανένας πλανήτης δε χωράει την ψυχή μου που απλώνεται.
Βελόνες τρυπούν την καρδιά μου και νιώθω ρευστή... πνιγμένη στο αίμα.
Καμιά αχτίδα δε μεταφέρει τη ματιά μου που καρφώνεται
σ' ό,τι γρήγορα αλλού αναζήτησες να ζήσεις προτού με ζήσεις...

Και ξαφνικά η συναισθηματική μου κλεψύδρα ανατράπηκε.
Γυρνάει προς τα πίσω με γρήγορο ρυθμό.
Πιότερο απ' αυτόν που κυλούσε προς τα μπρος.
Για την κλεψιά αυτή καθόλου δε ντράπηκε.
Ξαναλλάζω το χρώμα μου
με βουτιά στη ζωή μου.
Και τρέχει η ώρα
μέσα μου τώρα...
Αγγίζεις το σώμα μου
μα όχι την ψυχή μου.
Για πόσο; Όσο η κλεψύδρα μου συνεχίζει να κλέβει...να τρέχει...να τρέχει...
Πάλι πρωί. Με τα βλέφαρα ανοιχτά.
Να κλείσουν αρνούνται. Να ξορκίσουν το κακό.
Πέρασε κι αυτή η μέρα. Τη βγάλαμε.
Το ξέρω. Δεν τελειώσαμε εδώ.
Έρχονται και χειρότερα μωρό μου.
Δεν τρώμε τις σάρκες μας μόνο.
Την ψυχή μας τρώμε,
όλα τα μέσα μας τεμαχίζουμε και τ' αφήνουμε να ξεχύνονται μες το αίμα.
Ωμά τα τρώμε μωρό μου. Ωμά.
Δε μας βρήκαν ακόμα τα χειρότερα. Έρχονται.
Κοιτάζω το τζάκι. Ένα μάτσο άθλια αποκαΐδια με κοιτούν κοροϊδευτικά.
Όχι.
Απειλητικά.
Ούτε.
Μισοκαμμένα σχήματα περίεργα.
Στάχτες και κομμάτια.
Βυθίζομαι. Αλλάζουν τα σχήματα, αλλάζουν.
Τι θέλετε να μου πείτε; Τι;
Δεν καταλαβαίνω. Τίποτα δεν κατάλαβα. Τίποτα.
Κοιτάζω και σένα. Στον ύπνο σου απότομα τινάζεσαι.
Κλωτσάς. Μουρμουράς.
Τι λες; Δεν καταλαβαίνω. Τίποτα δεν κατάλαβα.
Τι; Καθρέφτης σου είμαι; Όσο με πόνεσες σε πόνεσα;
Ό,τι σε κατηγόρησα έγινα;
Μπερδεύομαι. Βουλιάζω.
Σε τούτη την καμένη εστία όλα γυρίζουν. Αλλάζουν.
Πέφτουν, διαλύονται.., πάλι σχήματα αλλάζουν.
Ναι. Ο θύτης γίνεται θύμα.
Γίνεται και το θύμα θύτης.
Αυτό;
Το τίποτα τα πάντα μπορεί να γίνει.
Ανεβάζω το βλέμμα μου πιο ψηλά.
Σ' εκείνη τη δερμάτινη μάσκα με πρόσωπο πορσελάνης.
Θλιμμένη μα όμορφη. Τι κρύβει; Τι;
Τέρας;
Θυμάμαι εκείνο το παραμύθι που χάρισα στην ανιψιά σου την προηγούμενη βδομάδα.
Η πεντάμορφη και το τέρας. Το τέρας το είχε ξεχάσει μα πρίγκιπας ήταν.
Όμορφος απέξω άσχημος από μέσα.
Άσχημος απέξω, όμορφος από μέσα.
Γνωρίζουμε άραγε ποτέ την πραγματική μας φύση;
Ποια; Ποια είμαι εγώ τώρα; Ποιος είσαι εσύ;
Λες; Λες το τέρας μέσα μας πρέπει να δούμε για να γίνουμε όμορφοι;
Αν δεν το δούμε παραμένουμε άσχημοι;
Γι' αυτό;
Γι' αυτό δεν υπάρχει φως χωρίς το σκοτάδι;
Γι' αυτό;
Το τελευταίο αποκαΐδι που αντιστεκότανε μανιασμένα
έπεσε σκορπίζοντας σύννεφα στάχτης.
Παράνοια.
Δε με νοιάζει πια, τίποτα δε με νοιάζει.
Άλλη μια μέρα ήταν.
Πάει, ξημέρωσε τώρα.
Αναπνέουμε ακόμα.
Κι αν έφτασα ως εδώ
φεγγάρια να μετρούν τις αντοχές μου,
στιλέτα να κόβουν τους ήλιους μου...
πάει να πει αντέχω.

Απόρθητη λαχτάρα το κενό μου.
Γλιστράει απ' τα δάχτυλα υγρό, καυτό.
Κι αν έφτασα ως εδώ
βαραίνει το μυαλό, δεν ξαποσταίνει.
Αντλία που γυρνά ασταμάτητα
με παρασέρνει..
Κι όλο ξεγυμνώνει, κουρελιάζει
μα δεν έχει τέλος αυτή η φορεσιά.
Τι πάει να πει αντέχω;
Πόσα ράμματα χωράει ένα κορμί;
Πεπερασμένα..
Να 'τανε κορμί και το μυαλό.
Σώμα μισό η ψυχή.
Δε θα 'φτανα ως εδώ.
Κι οι θεωρίες σκισμένα χαρτάκια
σ' ένα κολλάζ σοφισμάτων.
Λογοπαίγνια γελούν τα θέλω.
Σκανταλιάρικα παιδιά ξεγελούν
τα «ξέρω».
Και ξεκαρδίζονται στα γέλια.
κοιτώντας σε στα μάτια.
Κοφτερή λεπίδα το φευγιό μου.
Πλησιάζω στην κόψη και φοβάμαι τον πόνο.
Παροπλίζω την ελπίδα.
Κι αν έφτασα ως εδώ
πάει να πει αντέχω.
Κόβω φέτες τους ύπνους μου,
δροσίζω το λαιμό μου.
Απόρθητο λιμάνι το κενό μου.
Η φωτό είπαμε... δικές μου χαρακιές στο photosop... θα βελτιωθώ. Την κατανόησή σας.
-"Ίσως βιάστηκα", είπες.
-Ίσως, η μόνη σου αλήθεια.
Σκέφτηκα.
-"Ίσως βιάστηκα. Να σε κρίνω.
Χρόνια σε ήξερα. Άλλαξες τώρα".
-"Ναι. Παραιτήθηκα τελευταία. Κουρασμένη ήμουν πολύ,
πίστεψα για λίγο μπορούσα".
-"Ίσως βιάστηκα. Άλλαξες πάλι".
-"Ίσως. Με ξαναβρίσκω τώρα".
Μικρή ακόμα, μα μεγαλώνω.
-"Ίσως βιάστηκα. Νόμισα έφυγες.
Ή ποτέ δεν υπήρξες".- "Για λίγο έφυγα. Μ' έχασα".
-"Ίσως βιάστηκα. Δεν το κατάλαβα.
Νόμισα αυτή πως ήσουν".
-"Μια στιγμή στα χρόνια μετράς.
Ποτέ δε ρώτησες".
-"Ίσως βιάστηκα. Δε μίλησα."-"Το ένιωσα". 
Μα πιο πολύ ανάγκη τότε σε είχα.
Δε μίλησα.
-"Ίσως βιάστηκα. Φοβήθηκα".
-"Δεν το κατάλαβα. Τη δύναμή μου ήθελες.
Δεν τη συγκράτησα".
-"Ίσως βιάστηκα. Ψέματα είπα".
-"Ναι. Είναι αργά τώρα.
Το ένιωσα".
Ίσως βιάστηκες.
Μ' έχασες τώρα.
"Την αγαπάς";
Ναι, ήθελα να μου πεις.
Μα δεν το 'πες.
4-2-2006
Ένα κουρελιασμένο φεύγω με ντύνει.
Μα πού να πάω;
Ο κόσμος μικρός.
Κι ο έρωτας μισός,
ανήμπορος στέκει στην απληστία.
Του κορμιού, του μυαλού.
Είναι κι η καρδιά μας άπληστη;
Η ψυχή μας;
Δεν είναι που κρυώνω.
Είναι που δεν είμαι εδώ
με τα πόδια καρφωμένα στη γη.

Κι είναι γαμώ το μεγάλα τα καρφιά.
Και το χειρότερο.
Έγινα άπληστη κι εγώ.
Πετώ τα κουρέλια και ντύνομαι
με τ' ακριβό μου τζιν.
Εντάξει, το ξέρω.
Όλοι έτσι κάνουμε.
Αργοπεθαίνουμε με μικρά διαλείμματα ζωής.
Εκεί που ο έρωτας αρκεί.
Μου είπαν... εντάξει. Τι περίμενες; Αφού γύρισε ανάποδα ο κόσμος σου.
Ναι. Τον είδα τον ουρανό σφοντύλι. Κι έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.
Ναι. Τι περίμενα; Αλλά... ανάποδη λένε πως είμαι.
Το επιβεβαιώνω κι εγώ.
Δηλαδή ο κόσμος μου γύρισε στα ίσια του
κι εγώ έκανα ακροβούτια; Τόσον καιρό ανάποδα τον έβλεπα.
Τελικά...γύρισε ανάποδα ο κόσμος μου ή ήρθα εγώ στα ίσια μου;
Και πότε είχα τη γη κάτω από τα πόδια μου για να την έχω τώρα;
Ε;;; "Εσύ μια ζωή στον κόσμο σου"
Έχασα τη γη του κόσμου μου
ή τον αέρα που με πετούσε;
Μπέρδεμα η σκέψη μου. Ανάμεικτη σαλάτα. Θα την κόψω τη ρημάδα. Αφού με πειράζει.
Μισό να στρίψω ένα τσιγαράκι. Όταν στρίβω δε σκέφτομαι.
Καιρός να στρίβω γενικώς. Μ' ακούς; Στρίβω.
Κι εγώ...
Έφτασε εκείνη η ώρα.
Μέσα μου τη ζύμωναν καιρό εκείνα τα χέρια.
Αλλοτε λεπτά και μακριά,χέρια ευγενικά,
κάποτε μικρά και τρυφερά, αθώα χέρια,
χοντροκομμένα άλλα, εξουσιαστικά,
άλλα γλοιώδη,
τη ζύμωσαν και μεγαλειώδη.
Όλα τα χέρια τη ζύμωναν. 
Κι απ' όλα είχε υλικά.
Ανάγκη, προσφορά, ανιδιοτέλεια, λύπη.
Θυμό, αγανάκτηση, αδιέξοδο, αγάπη.
Συμβιβασμούς. Διπλή η δόση του συμβιβασμού.
Και ανταποδοτικά οφέλη. Τ' αλεύρι, η βάση.
Το νερό το δίλημμά μου.
Αλμυρό το νερό, ανακατεύτηκε με τα δάκρυα της ψυχής μου.
Μεγάλο ήτανε το κομμάτι της μαγιάς.
Δεν πρόφτασα να το αλλάξω.
Φούσκωσε το ζυμάρι. Τεράστιο έγινε.
Ακούραστα τα χέρια. Πώς να τα σταματήσω;
Μ' απειλούν.
Ξέρουν πώς ν' απλώσουν τη ζύμη μέχρι να μ' εξοντώσει.
Από μέσα μου ύπουλα ξεκίνησαν μέχρι να πιάσουν το έξω.
Ναι. Με ξεγελούσα.
Όταν μεγάλα κομμάτια καταβρόχθιζα
την ώρα τούτη ν' αναβάλλω.
Μα έφτασε.
Κι εξαντλημένη με βρήκε.
Ουρλιάζοντας προσπαθώ ν' αντισταθώ.
Το δίλημμα να ξεχύσω να πλημμυρίσει τα υλικά.
Να τα πνίξει.
Μα ακούω. Ακούω τις φωνές.
Βλέπω. Βλέπω άλλα χέρια να υψώνονται.
Φωνές.
Βοήθεια φωνάζουν.
Τι να κάνω;
Πώς; Πώς ν' ανακαλύψω προς τα πoύ γέρνει η αλήθεια;
Υπάρχει αλήθεια;
Μη. Μη με κατηγορήσετε.
Θα εξευτελιστώ το ξέρω.
Ξεχειλωμένη χωρίς σχήμα θα βγω.
Απ' όλα τα χέρια που με ζύμωσαν.
Η μοναδική μου νίκη.
Εκείνη τη φόρμα την έφτυσα.
Photo: www.visualparadox.com
''Ζήσε τη ζωή σου και μην ακούς κανέναν''.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα από σένα.
Μ' ένα βιαστικό σημείωμα χάθηκες,
"δε φταίει κανείς''.
Πόσα τρομαγμένα πουλιά πετάχτηκαν στο βλέμμα σου;
Πόσες αλήθειες που δεν έμαθε κανείς;
Ποια τρέλα σε φυγάδευσε σ΄ αλλιώτικα κελιά;
Κι οι άλλοι είπαν "αντράκι'' ήσουν τελικά.
"Ζήσε τη ζωή σου και μην ακούς κανέναν"
Τα μάτια σου ανταριασμένες θάλασσες
που άφριζαν κατάματα τη θλίψη...
Κι εγώ εννιά χρόνια και σήμερα
ψάχνω τα κύματά σου...
Στιγμή μη σε ξεχάσω και χαθείς
Κάθε μέρα ταξιδεύω προς τα κει.
Πατέρα μου ζεις;;;
Κάθε μέρα ζω τη ζωή μου ακούγοντας εσένα.
Αντλώντας τ΄ αποθέματα που δε στερεύουνε ποτέ...
Γατί με γέμισες αγάπη και ψυχή και καλοσύνη.
Επειδή έτσι ήσουνα εσύ.
Πατέρα μου ζεις.
Φλεβάρης κι ανθίζουν οι μυγδαλιές.
Απλώνει η ψυχή μου αχλή στο δρόμο
που περπατώ…
Σκεπάζει τα βήματα και τις εικόνες,
αφήνοντας μόνο τις μυγδαλιές…
Άνοιξης προαναγγελία…φυσική…
Σπαρμένη στα τσιμέντα.
Σαν τη τσιμεντένια ζωή μας.
Αγριολούλουδο η ψυχή μας
Θέλει να το σκίσει… να πεταχτεί…
Ξεσκισμένο λουλούδι σε σκαμμένους δρόμους.
Μα εγώ κοιτώ τις μυγδαλιές.
Όχι γιατί ναι όμορφες.
Μα γιατί θάνατο κυοφορούν.
Κι εκεί…
Δίπλα στο μνήμα σου μια μυγδαλιά
Τρέφεται απ’ τα θρυμματισμένα σου κόκαλα.
Απέναντι ακριβώς, ψηλά στο λόφο
σε κοιτά η άλλη που της άφησες τη ζωή σου…
Τροφή στην ελπίδα.
Θανάτου αγγελία… φυσική.
Κάθε που κοιτώ τις μυγδαλιές
βλέπω ανθοστολισμένα
μνήματα…